Διήγηση του π.Γαβριήλ Διονυσιάτου.
Γύρω στο 1864, αδελφοί μου, ζούσε ένας ερημίτης στα Καυσοκαλύβια, του Αγίου Ορους, ο οποίος ελέγετο πατήρ Ευστράτιος ο Μακρυγένης. Πριν από 30 χρόνια από το 1864, ειχε μονάσει στο σπηλαιώδες κάθισμα της Αγίας Τριάδος, το οποίον ανήκε στην μονή του Αγίου Παύλου. Ήτο τελείως αγένης, σπανός και ασκήτευε μαζί με τον γέροντα του, δύο όλοι κι όλοι. Όταν πέθανε ο γέροντάς του, πήγε στα Καυσοκαλύβια για να συνεχίσει εκει τους μοναχικούς και ασκητικούς αγώνες του. Όπου πήγαινε όμως δεν τον ήθελαν, γιατί ηταν αγένειος. Εκείνος ο καϋμένος εκλιπαρούσε :»
-Σας παρακαλω, πάρτε με κάπου». Κάποιος γέροντας όμως τον σπλαχνίστηκε και του είπε : -Θα κάνομε με την
συνοδεία μας, σήμερα το βράδυ, μια ολονύχτια αγρυπνία στην Παναγία μας. Και κείνη αν θέλει να μείνεις κοντά μας θα το δείξει, οικονομώντας την αδυναμία μας με κάποιο δικό της θαυμα.
Κάποιο σημειο. Πράγματι λοιπόν έκαμαν την αγρυπνία και το πρωΐ ω του θαύματος, φάνηκαν τριχούλες στο πρόσωπό του πατρος Ευστρατίου προς μεγάλη χαρά και έκπληξη όλων. Έτσι έγινε δεκτός. Αφού βέβαια την πρόσληψη του στην συνοδεία την πραγματοποίησε η Θεοτόκος, με το ειδικό εκείνο θαύμα που έγινε σ’ένα βράδυ. Το θαύμα ομως δε σταμάτησε εδω. Μεγάλωσε και εγινε θαυμασιώτερο. Διότι οσο περνουσε ο καιρος, η γενειάδα μεγάλωνε, μεγάλωνε, μεγάλωνε, μεγάλωνε, και έφθασε μέχρι τα δάκτυλα των ποδιών του. Πολλοί μοναχοί από ολόκληρο το Αγιο Ορος πήγαιναν για να δουν και να θαυμάσουν το γεγονός, που ήτο καθαρο θαύμα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Από τότε πέρασαν 30 τόσα χρόνια και φθάσαμε αισίως το 1864. Το Άγιο Όρος, όπως και ολόκληρη η Μακεδονία-Θράκη, η Βόρειος Ελλάδα, ητο κάτω απο την Τουρκική κατοχή. Προέκυψε μια διαφορά μεταξύ των 20 μονών και αμέσως φθάνει ο Τούρκος διοικητής Θεσσαλονίκης, ο Χουρσίτ-πασάς. Η διαφορά ειχε τακτοποιηθεί, αλλά ο πασάς έμεινε στις Καρυές, τρείς-τέσσερεις ημέρες. Ήταν λόγιος και πολύ μορφωμένος. Έτσι επισκέφθηκε το Πρωτάτο, σεις οι άνδρες θα ξέρετε καλύτερα, έχετε πάει εκει στο Άγιο Όρος, για να δει όπως δήλωσε τις περίφημες
τοιχογραφίες του Πανσέληνου. Μεταξύ των άλλων θαύμασε και τις ολόσωμες αγιογραφίες δύο αγίων, του οσίου Πέτρου του Αθωνίτου και του Αγίου Ονουφρίου του Αιγυπτίου, των οποίων οι γενειάδες
έφθαναν μέχρι τα πόδια τους και σκέπαζαν έτσι ακόμη και την γύμνια των ασκητικών σωμάτων τους.
Ο πασάς εξέφρασε την δυσπιστία του και είπε ότι ειναι φυσικό, αυτό αδύνατον, φυσικώς αδύνατον. Οι πατέρες του είπαν ότι αυτό που ειναι φυσικώς αδύνατον, για τους μοναχούς είναι πάρα πολύ φυσικόν.
Εκείνος επέμεινε στην δυσπιστία του. Τότε οι Αγιορείτες, χάριν της αληθείας, του είπαν ότι στις ημέρες μας , δηλ. το 1864, υπάρχουν όμοιοι μοναχοί με τους οσίους, και μάλιστα ο ένας μονάζει στα Καυσοκαλύβια. -Να μου τον φέρετε αύριο, είπε ο πασάς, για να πιστέψω και σας και βέβαια στις τοιχογραφίες που υπάρχουν εδω. Πήγαν λοιπόν, αμέσως εκείνη την ώρα, ξεκίνησαν και πήγαν και έφεραν με τα ζώα τους τον πατέρα Ευστράτιο.
Παρουσιάστηκε μπροστά στον Χουρσίτ πασά και ζήτησε ο μοναχός αυτός να του φέρουν ένα σκαμνί. Το έφεραν λοιπόν, ανέβηκε πάνω και έβγαλε μέσα απο το αντέρι την γενειάδα του, και την άφησε να πέσει κάτω, και έφθασε μέχρι τη γη. Ήταν δηλαδή πιο μεγάλη κι απ το μπόι του. Μπροστά σ’αυτό το θέαμα, ο Τούρκος στρατηγός έμεινε κατάπληκτος και για λίγες στιγμές βουβός. Ύστερα γύρισε προς
τους ηγουμένους εκεί της συνάξεως και τους ειπε στα Τούρκικα -»
-Αφεντερ σιμ, αφεντιλιερ», δηλαδή συγγνώμην κύριοι, συγγνώμη.
Κι έβγαλε απο το συλάκι του τρείς χρυσές λύρες και τις έδωσε στον πατέρα Ευστράτιο.
Discover more from Σημεία Καιρών
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
