237
Ῥωτᾶνε συνεχῶς, «τί σχέσιν ἔχομεν ἐμεῖς μὲ τοὺς ἀρχαίους;» Πέρασαν 3.000 χρόνια το λιγότερο (καὶ 4 μὴ σοῦ πῶ) καὶ ἀκόμα ὁμιλεῖται ἡ ἴδια γλῶσσα χωρὶς νὰ τὸ ξέρετε. Δὲν συμβαίνει σὲ καμία ἄλλη γλῶσσα αὐτὸ παγκοσμίως.
Στὴν καθημερινότητά σου λές:
- Ἕνα χελιδόνι (ἢ ἕνας κούκος) δὲν φέρνει τὴν ἄνοιξη.
Μία χελιδὼν ἔαρ οὐ ποιεῖ — Εἰπώθηκε ἀπὸ τὸν Αἴσωπο καὶ ἔμεινε ὡς παροιμία ποὺ χρησιμοποιούσαν συχνὰ ὁ Ἀριστοτέλης, ὁ Στοβαῖος καὶ ὁ Ἀριστοφάνης. Ἐπικράτησε ἡ ἐκδοχὴ μὲ τὸν κούκο. - Τὸ ἕνα χέρι νίβει τὸ ἄλλο
ἁ δὲ χεὶρ τὰν χεῖρα νίζει — στίχος τοῦ Πυθαγόρειου φιλοσόφου καὶ…ποιητῆ Ἐπίχαρμου - Ὅ,τι σπείρεις θὰ θερίσεις
Εἰ κακά τις σπείραι κακά κέρδια ἀμήσειν — Ἡσίοδος - Κάλλιο νὰ σὲ ζηλεύουνε παρὰ νὰ σὲ λυποῦνται
κρέσσον γὰρ οἰκτιρμοῦ φθόνος — Πίνδαρος - Ἡ γλῶσσα κόκκαλα δὲν ἔχει καὶ κόκκαλα τσακίζει
Ἡ γλῶττα ἀνόστεος μὲν ὀστέα θραύει — Σόλων - Ἔπαθε καὶ ἔμαθε
τὸν πάθει μάθος — Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων - Σηκώθηκαν οἱ τρίχες μου
τριχὸς δ᾽ ὀρθίας πλόκαμος ἵσταται — Αἰσχύλος, Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας - Ὁ ἄνδρας εἶναι ἡ κολώνα τοῦ σπιτιοῦ
Ἀνήρ, στέγης στῦλον — Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων - Χτύπα ξύλο
Ἅπτεσθαι ξύλου — Ἀριστοφάνης - Ἔπεσαν κάτω ἀπὸ τὰ γέλια
ὥστε ὑπτίους ὑπὸ τοῦ γέλωτος καταπεσεῖν — Ἀθήναιος - Ἔγιναν θέατρο
Ἑαυτοὺς ἐξεθεατρίζουν — Πολύβιος - Μὴ μὲ συγχίζεις
μή μοι σύγχει — Ὅμηρος - Τὴν βάψαμε (τὴ βάρκα)
Ἡ ναῦς ἔβαψεν — Εὐριπίδης, Ὀρέστης στ. 705–707
βάπτω = βυθίζω στὸ νερό. Ὅταν λέγαμε
ναῦς ἔβαψεν = τὸ πλοῖο βυθίστηκε
Οἱ ἄνθρωποι ἀλλάζουν, ἡ γλῶσσα ὅμως θυμᾶται καὶ ἡ μνήμη ῥέει στὸ αἷμά μας.
- Μὴ μὲ σκοτίζεις
Ἀποσκότισόν με — εἶπε ὁ Διογένης στὸν Μ. Ἀλέξανδρο - Ἔγινε ὁ βίος ἀβίωτος
Ἀβίωτον ζῶμεν βίον — (Φιλήμων, 4ος αἰ. π.Χ.) - Τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα
ὀρνίθων γάλα — Πλούταρχος - Λὲς τρίχες!
Τριχολογεῖν καὶ τρίχας ἀναλέγεσθαι — Σοῦΐδας - Ἄει στὸν κόρακα (τὴν ἀκούς πολὺ στὴ Θεσσαλία)
πέμπειν εἰς κόρακας - Δὲν μὲ μέλει
οὐδέν μοι μέλει - Πολλὰ λὲς
Πολλὰ λαλεῖς (στὴν Κύπρο θυμᾶμαι τὸ ἀκοῦς συνεχῶς) - Νὰ σκάσεις
Διαρραγείης — Ἀριστοφάνης - Κάθε ἀρχὴ καὶ δύσκολη
Ἀρχὴ δήπου παντὸς ἔργου χαλεπωτέρα - Ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρή
ἔχει τι πικρὸν ὁ τῆς ἀληθείας λόγος — Δίων - Ἡ ἀλήθεια δὲν κρύβεται
Ἀδύνατον τ᾽ ἀληθὲς λαθεῖν — Μένανδρος - Φοβᾶται καὶ τὴν σκιὰ του
τὴν αὐτοῦ σκιὰν δέδοικεν — Ἀριστοφ. Ἀπόσπ. 62 - Τὸν ἀράπη κι ἂν τὸν πλένεις
Αἰθίοπα σμήχεις — Πλούταρχος
(στὴν οὐσία σημαίνει τὸν Αἰθίοπα (ὅσο κι) ἂν λευκαίνεις) - Καμιά δουλειὰ δὲν εἶναι ντροπή (ἡ ἀεργία εἶναι ντροπή)
Ἔργον δ᾽ οὐδὲν ὄνειδος, (ἀεργίη δὲ τ᾽ ὄνειδος) — Ἡσίοδος - Χτίζεις στὴν ἄμμο
Εἰς ψάμμον οἰκοδομεῖς — Πλούταρχος - Πάρ’ τὸ αὐγὸ καὶ κούρευτο
Ὠὸν τίλλεις — Πλούταρχος - Ὅπως σὲ βλέπω καὶ μὲ βλέπεις
Ὥσπερ εἰσορᾷς ἐμέ — Σοφοκλῆς - Μοῦ λύθηκαν τὰ γόνατα
Λύεται γούνατα — Ὅμηρος - Θὰ σοῦ δείξω ἐγὼ ποιός εἶμαι (ἀπειλή)
Ἐγὼ αὐτῷ δείξω τίς εἰμι — Ἐπίκτητος 3,2,10 - Δὲν πᾶς νὰ κρεμαστεῖς;
Οὐκ ἀπάγξῃ; — Ἐπίκτητος 3,1,32 - Κάνει σὰν νὰ τοῦ σκότωσε τὸν πατέρα (σὰ νὰ τοῦ σκότωσε τὴ μάνα λέμε σήμερα ἐμεῖς)
Ἂν οὖν ἐν τούτοις πλανηθῶ μὴ τι τὸν πατέρα ἀπέκτεινα — Ἐπίκτητος 1,7,31 - Βάζω τὸ χέρι στὴ φωτιά
Χεῖρά τ᾽ ἐν ἠγάνῳ βαλεῖν (ἠγάνῳ = στὸ τηγάνι) — Ἀνακρέων, Fragmenta Fr. 91 - Μπλέξαμε τὰ μπούτια μας
Πλέξαντες μηροῖσι πέρι μηρούς — Ἀνακρέων, Fragmenta Fr. 91
Discover more from Σημεία Καιρών
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
