Οι λεγόμενες «προφητείες» που κυκλοφορούν κατά καιρούς σε Ορθόδοξους κύκλους —για μεγάλους πολέμους, για ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης, για «μοιρασιά» κρατών και για θεαματικές ανατροπές— έχουν μια παράξενη αντοχή στον χρόνο.
Επανεμφανίζονται σχεδόν νομοτελειακά όταν ο κόσμος φοβάται: σε πολέμους, σε εθνικές εντάσεις, σε οικονομικές κρίσεις, ακόμη και κάθε φορά που τα κοινωνικά δίκτυα βρίσκουν ένα νέο «δημοσίευμα» με βαρύ τίτλο και μια δραματική υπόσχεση. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο αν κάποια από αυτά «θα επαληθευτούν». Το ουσιαστικό είναι αν αυτό το είδος λόγου ανήκει στο φρόνημα της Εκκλησίας ή αν, αντίθετα, παραμορφώνει την πίστη και την κάνει εργαλείο φόβου και πολιτικής φαντασίωσης.
Μετά την Άλωση (1453) ο υπόδουλος Ελληνισμός έζησε τραύμα, απώλεια και μακρά ταπείνωση. Σε τέτοιες συνθήκες οι κοινωνίες γεννούν παρηγορητικές αφηγήσεις: «κάποτε θα έρθει η δικαίωση», «ο Θεός θα αποκαταστήσει τα πάντα», «η ιστορία θα πάρει εκδίκηση». Δεν πρόκειται για κάτι που αφορά μόνο τους Ορθοδόξους. Η ιστορία δείχνει ότι αποκαλυπτικά σενάρια και εσχατολογικές προσδοκίες ανθίζουν σε περιόδους κρίσης, επειδή δίνουν νόημα στο χάος και μετατρέπουν τον φόβο σε σιγουριά.
Σε αυτό το έδαφος αναπτύχθηκαν και τα χρησμολογικά κείμενα που αποδόθηκαν σε παλαιούς «προφήτες» ή σε σεβάσμιες μορφές. Ο Αγαθάγγελος είναι το πιο γνωστό παράδειγμα του είδους: ένα κείμενο που λειτούργησε ως θρησκευτικο-εθνική ελπίδα, πολλαπλασιάστηκε σε χειρόγραφα/εκδόσεις και αναπροσαρμόστηκε ανάλογα με την εποχή. Η τυπογραφία παλαιότερα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σήμερα έκαναν ακόμη ευκολότερη την ανακύκλωση τέτοιων αφηγήσεων: αφαιρείται το ιστορικό πλαίσιο, προστίθενται «διευκρινίσεις», εμφανίζονται νέες «λεπτομέρειες», και τελικά το κείμενο καταλήγει να μοιάζει με δελτίο ειδήσεων για το μέλλον.
Πολλά από αυτά τα κείμενα ανήκουν σε ένα γνωστό ιστορικό φαινόμενο: «προφητείες μετά τα γεγονότα» (vaticinia ex eventu). Δηλαδή, γράφονται ή συμπληρώνονται εκ των υστέρων, αφού έχουν ήδη συμβεί ορισμένα γεγονότα, και κατόπιν αποδίδονται σε παλαιότερη αυθεντία για να αποκτήσουν κύρος. Έτσι εξηγείται γιατί συχνά «πετυχαίνουν» πράγματα που ήδη φαίνονταν πιθανές εξελίξεις και γιατί αποτυγχάνουν στις λεπτομέρειες, οι οποίες έπειτα διορθώνονται με νέες εκδοχές.
Επιπλέον, παρατηρείται μια σταθερή «τεχνική»: ανώνυμες πηγές («ένας γέροντας είπε»), αποσπάσματα χωρίς συμφραζόμενα, ασαφείς χρονολογήσεις, και μια γλώσσα που ποντάρει στη συγκίνηση. Αντί να οδηγούν σε μετάνοια, ταπείνωση και ειρήνη, συχνά γεννούν αγωνία, επιθετικότητα και μια ιδέα «θεϊκής νομιμοποίησης» για εθνικές επιδιώξεις. Εκεί βρίσκεται το θεολογικό πρόβλημα.
Η Αγία Γραφή πράγματι μιλά για «έσχατα» και προειδοποιεί ότι θα υπάρξουν αναστατώσεις. Όμως ο σκοπός της δεν είναι να ταΐσει την περιέργεια ούτε να δώσει κωδικούς γεωπολιτικής. Ο Χριστός προειδοποιεί για πλάνες και ψευδομεσσίες και καλεί σε εγρήγορση, χωρίς να δίνει στους μαθητές ένα ημερολόγιο γεγονότων (πρβλ. Μτ 24). Η εκκλησιαστική εμπειρία επίσης δίνει τεράστια βαρύτητα στη διάκριση: άλλο το προφητικό χάρισμα ως κλήση σε μετάνοια και άλλο ο αποκαλυπτισμός ως «εξήγηση των πάντων» με βεβαιότητες που κολακεύουν τα πάθη μας.
Με απλά λόγια: η Ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία που στηρίζεται σε εθνικές αποκαταστάσεις και «ιστορικές ρεβάνς». Είναι τρόπος ζωής εν Χριστώ. Όταν η πίστη μετατρέπεται σε μηχανισμό πρόβλεψης ή σε όχημα εχθρότητας, χάνει το κέντρο της.
Η Εκκλησία, ως σώμα που ζει από το Ευαγγέλιο και τη λειτουργική εμπειρία, δεν έχει ως διδασκαλία της τα ανώνυμα φυλλάδια ούτε τις διαδικτυακές «αποκαλύψεις». Η ποιμαντική πράξη είναι σαφής: να μην τρέφεται ο νους με φήμες, να μην ανάγεται η πολιτική ανάλυση σε «θεία αποκάλυψη», να αποφεύγεται η δεισιδαιμονία και η εμμονή με σημεία και σενάρια. Η Εκκλησία μιλά με νηφαλιότητα, καλεί σε προσευχή, ειρήνη, μετάνοια και σεβασμό της αλήθειας—όχι σε παροξυσμό και σε εθνικό μεσσιανισμό.
Ο πιστός δεν χρειάζεται να γίνει «κυνηγός ψευδών προφητειών» ούτε να λοιδορεί όσους φοβούνται. Χρειάζεται, όμως, κριτήριο: Πηγή επώνυμη και ελέγξιμη ή ανώνυμη; Καρπός ειρήνης και μετάνοιας ή φόβου και μίσους; Συμφωνία με το ήθος του Ευαγγελίου ή διέγερση παθών; Διάθεση για αλήθεια ή βεβαιότητες που χαϊδεύουν την ιδεολογία μας;
Η ελπίδα της Εκκλησίας δεν είναι η «επιστροφή της Πόλης» ως θρησκευτικό τρόπαιο. Είναι ο Χριστός. Κι αν κάτι αξίζει να προφητεύουμε —με τη ζωή μας— είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να μετανοεί, να συμφιλιώνεται και να γίνεται φορέας ειρήνης μέσα σε έναν κόσμο που εύκολα παρασύρεται από τον πανικό.
(Πηγή: anastasiosk.blogspot.com)
Discover more from Σημεία Καιρών
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

2 σχόλια
Ορθό άρθρο.
Έχω γνωρίσει και εγώ πολλούς, που ο χριστιανισμός τους άρχιζε και τελείωνε στις προφητείες και στο πάρσιμο της Πόλης…
Ενώ όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με τον Χριστιανισμό.
Συμφωνώ και με τον προλαλήσαντα, και νομίζω ότι οι προφητείες χωρίζονται σε κατηγορίες:
1) Αυτές που είναι σημάδια του Θεού για να προετοιμαζόμαστε και που είναι αναπόφευκτες.
2) Αυτές που είναι υποσχέσεις/διαθήκες του Θεού με τον άνθρωπο.
Πολύ συχνά, οι πρώτες είναι αποτέλεσμα των δεύτερων.
Π.χ. υπήρχαν οι ευχές και οι κατάρες της Π. Διαθήκης (στο Δευτερονόμιο αν δεν κάνω λάθος), όπου ουσιαστικά ο Θεός έκανε συμφωνία με την Εκκλησία για το πως θα ανταποκριθεί σε πιθανή υπακοή ή ανυπακοή.
Αργότερα, όταν ο λαός αποστατούσε προς τον Θεό, η συμφωνία γίνονταν πλέον οριστική και αμετάκλητη προφητεία.
Πάντα με ξένιζε το γεγονός ότι, όλες οι προφητείες που λέγονται γύρω από την Πόλη (και όχι μόνο) δεν είχαν την παραμικρή προϋπόθεση!
Δηλαδή, όσο αντίΧριστοι και να είμαστε, ο Θεός θα μας δώσει σώνει και καλά την Πόλη; Για ποιο ουσιαστικό λόγο και τι θα κάνουμε σε αυτήν;;;
Έχει ο Θεός ανάγκη να ξεπληρώσει κάτι σε εμάς λόγω των προγόνων μας; Δεν νομίζω… Τέτοια πίστευαν και οι εβραίοι κάποτε και είδαμε που κατάντησαν…
Έχει κάποια σημασία η Πόλη για κάποιον Χριστιανό ή για την σωτηρία του ή για κάτι άλλο ουσιαστικό; Φυσικά και όχι!
Πιστεύουμε ότι θα γίνουμε το φως του κόσμου και ότι θα διαδώσουμε την Ορθοδοξία στα πέρατα της οικουμένης. Αλλά πως θα γίνει αυτό όταν δεν υπάρχει ούτε ένας Ορθόδοξος Επίσκοπος και υπάρχουν μόνο δείγματα πραγματικά Ορθόδοξων πιστών πλέον στην χώρα μας;
Πως θα γίνει η Ελλάδα λαός του Θεού, όταν προφανώς έχουμε αρνηθεί τον Χριστό και ότι Αυτός ζητάει και πρεσβεύει;
Προσωπικά, πιστεύω σε πολλά θαύματα και απίστευτα πράγματα, αλλά στην μετάνοια και στην μεταστροφή αυτού του λαού που βλέπω τριγύρω μου δεν πιστεύω με τίποτα. Όσο τραγικές τιμωρίες και αν στείλει ο Θεός. Ακόμα και αν ο Θεός μας κάνει να φοβηθούμε πάρα πολύ και να αλλάξουμε πορεία, αυτό θα κρατήσει μόνο για πολύ λίγο.
Και νομίζω πως, τα λόγια του πατρο-Κοσμά πως “Με άλλους θα κοιμηθείτε και με άλλους θα ξημερωθείτε”, “Ξένος Στρατός θα έρθει. Χριστό θα πιστεύει, γλώσσα δεν θα ξέρει”, “Εσείς θα πάτε να κατοικήσετε αλλού και άλλοι θα έρθουν να κατοικήσουν σε σάς”, “Νά χετε το Σταυρό στο μέτωπο για να γνωρίζουν ότι είστε χριστιανοί”, κ.α., φανερώνουν ότι δεν θα είναι τα πράγματα τόσο ρόδινα, ομαλά, και ευχάριστα όσο τα φαντασιωνόμαστε…
Σωστά είναι αυτά που λέει αλλά όχι όλα. Π.χ. λέει ” Ο Χριστός προειδοποιεί για πλάνες και ψευδομεσσίες και καλεί σε εγρήγορση, χωρίς να δίνει στους μαθητές ένα ημερολόγιο γεγονότων (πρβλ. Μτ 24).” Όμως ο Κύριος προειδοποίησε τους πιστούς για την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. (πριν παρέλθει η γενεά αύτη) και οι πιστοί όταν είδαν τα ρωμαϊκά στρατεύματα έφυγαν γρήγορα και γλύτωσαν ενώ οι υπόλοιποι που έμειναν μέσα αφανίστηκαν. “ὅταν δὲ ἴδητε κυκλουμένην ὑπὸ στρατοπέδων τὴν Ἱερουσαλήμ, τότε γνῶτε ὅτι ἤγγικεν ἡ ἐρήμωσις αὐτῆς.
Λουκ. 21,20 Οταν δε θα ίδετε την Ιερουσαλήμ να περικυκλώνεται από στρατεύματα, τότε μάθετε ότι έφθασε πλέον ο καιρός της ερημώσεώς της.
Λουκ. 21,21 τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη, καὶ οἱ ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκχωρείτωσαν, καὶ οἱ ἐν ταῖς χώραις μὴ εἰσερχέσθωσαν εἰς αὐτήν,
Λουκ. 21,21 Τοτε όσοι θα ευρίσκονται εις την Ιουδαίαν, ας φεύγουν εις τα βουνά, και όσοι θα είναι μέσα εις την πόλιν, ας φεύγουν έξω και μακρυά από αυτήν. Και όσοι θα ευρίσκονται εις την ύπαιθρον, να μη εισέλθουν εις την πόλιν.
Λουκ. 21,22 ὅτι ἡμέραι ἐκδικήσεως αὗταί εἰσι τοῦ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα.