
Στη διάρκεια 10 ετών, όταν ο Γέροντας τακτικά επισκεπτόταν την Αμερική, συνειδητοποίησε ότι δυο – τρεις μήνες δεν αρκούν για την οικοδόμηση των μοναστηριών. Επίσης, το ίδιο του αποκάλυψε και ο Θεός, ότι πρέπει να ιδρύσει μοναστήρια στην Αμερική.
Ο Γέροντας στις ομιλίες του μας διηγήθηκε όλη την ιστορία του. Στην αρχή δεν ήθελε ν’ αναλάβει αυτό το «μεγάλο έργο» οικοδόμησης μοναστηριών. Προσευχόταν στον Κύριο, λέγοντας ότι δεν μπορεί να το αναλάβει. Κάποια στιγμή άκουσε τη φωνή του Χριστού, ο Οποίος του έλεγε: «Όχι, θα Μου κάνεις υπακοή και θα το αναλάβεις». Τότε ο Γέροντας απάντησε: «Εντάξει, Κύριε, όμως δώσε μου τόση αγάπη, ώστε να είναι αρκετή για όλους τους ανθρώπους, που θα προσέρχονται σ’ εμένα». Υπήκουσε στον Θεό, παραιτήθηκε το 1990 από την ηγουμενία και αναχώρησε οριστικά για τήν Αμερική.
Σύμφωνα, όμως, με πολύ αξιόπιστες και διασταυρωμένες πληροφορίες ο Γέροντας Εφραίμ άρχισε το έργο αυτό κατόπιν ιδιαίτερης κλήσης που δέχτηκε αρκετά χρόνια πριν, και μάλιστα από την εγκατάστασή της συνοδείας του στην Ιερά Μονή Φιλοθέου. Κατά την πρώτη πανηγυρική αγρυπνία του Φιλοθεΐτη αγίου Κοσμά του Αιτωλού της νέας συνοδείας στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, ο Γέροντας Εφραίμ έλαβε την πληροφορία από τον Θεό πως έπρεπε να κάνει αυτό που έκανε και ο άγιος Κοσμάς. Δηλαδή: Να φύγει από το Μοναστήρι, να πάει στην Αμερική, για να διδάξει και να παρηγορήσει τον κόσμο. Να βοηθήσει τις ψυχές των ανθρώπων που έχουν ανάγκη.
“Παρά ὅμως τήν πληροφορία τοῦ Θεοῦ εὑρισκόμενος στή Νέα Ὑόρκη, ἀφηγεῖτο ὁ Γέροντας, εὑρισκόταν σέ μεγάλη δυσκολία. Εἶχε λογισμούς, τί θέλω τώρα ἐγώ καί ἀνακατεύομαι μέ τήν Ἀμερική καί δέν ἔμενα στό Ἅγιο Ὄρος, ἡλικιωμένος ἄνθρωπος, ἀπό μικρό παιδί στό Ἅγιο Ὄρος, στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Τί θέλω ἐγώ καί κάνω αὐτά τά πράγματα, «ζάλην ἔνδοθεν ἔχων λογισμῶν ἀμφιβόλων», ὅπως ὁ σώφρων Ἰωσήφ.
Ὁ Θεός, βλέπετε, ἐπιτρέπει καί στούς ἁγίους νά περνοῦν δυσκολίες καί μέ τόν ἑαυτό τους ἀκόμη. Καί πάλευε ὁ Γέροντας μέ τούς λογισμούς του καί πάλευαν μαζί του καί ὅλες οἱ ἀνθρώπινες καταστάσεις.
Ἐχθρότητα, ὅλες οἱ πόρτες κλειστές, κάποιες ὁμάδες ἀνθρώπων ἤθελαν νά τόν σκοτώσουν, ἔβαζαν ὅλα τά ἀνθρώπινα μέσα νά τόν διώξουν ἀπό τήν Ἀμερική. Τόν κατηγοροῦσαν, τόν συκοφαντοῦσαν, τόν κορόϊδευαν, τόν ἐνέπαιζαν, καί βρισκόταν σέ μία πολύ δύσκολη κατάσταση. Καί ἐκεῖνος προσευχόταν σέ ἕνα μικρό διαμερισματάκι στή Νέα Ὑόρκη.
Προσευχόμενος σέ αὐτή τή δυσκολία τή μεγάλη καί παρακαλώντας τόν Θεό νά τόν στηρίξει, νά τόν βοηθήσει, νά τόν ἐξαγάγει ἀπό τή δυσκολία στήν ὁποία εὑρίσκετο, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἄνοιξε τά μάτια τῆς ψυχῆς του καί εἶδε ἕνα φοβερό καί ἀποκαλυπτικό ὅραμα. Δέν ἦταν ὄνειρο, τό εἶδε στήν προσευχή του, τήν ὥρα τῆς προσευχῆς. Εἶδε ὅτι βρισκόταν μέσα σέ μία ζούγκλα, ὅπως μπορεῖ νά φαντασθεῖ κανείς τή ζούγκλα πού βλέπουμε στήν τηλεόραση, σέ ἕνα πυκνό δάσος γεμάτο ἄγρια θηρία, ὅ,τι θηρίο μπορεῖτε νά φαντασθεῖτε…
Ὁ Γέροντας ἦταν μέσα στή ζούγκλα μόνος του καί κρατοῦσε στήν ἀγκαλιά του ἕνα μωρό, ἕνα βρέφος. Καί ἔβγαιναν ἀπό παντοῦ θηρία καί τόν κατεδίωκαν μέ σκοπό νά τόν κατασπαράξουν. Πεινασμένα, λυσσαλέα τά θηρία. Ἔτρεχε ἀπό ἐδῶ, ἔτρεχε ἀπό ἐκεῖ, ἀσθμαίνοντας, ἀγχωμένος, ἀγωνιώντας, κάθιδρος ἀπό τήν ἀγωνία καί τήν προσπάθεια νά διαφύγει ἀπό τά θηρία. Τήν τελευταία στιγμή κατόρθωνε καί γλίτωνε. Ἀλλά ἦταν ἀλλεπάλληλες οἱ ἐπιθέσεις τῶν θηρίων…
Κάποια στιγμή ὅμως, ἀφοῦ ἔγινε κατάκοπος, βρέθηκε σέ ἕνα στενό μονοπάτι, πού ἦταν βράχος δεξιά, βράχος ἀριστερά, καί ἦταν σχεδόν μιά τρύπα πού ἔπρεπε νά περάσει ἀπό τή μέση. Δέν μποροῦσε νά κάνει τίποτε. Τόν κατεδίωκαν τά ἄγρια θηρία. Δέν μποροῦσε νά πάει πίσω, γιατί κρατοῦσε καί τό μικρό, καί ἔτσι μπῆκε μέσα σ᾽ αὐτή τήν τρύπα γιά νά μπορέσει νά περάσει ἀπέναντι.
Ἐκεῖ πού ἦταν στή δυσκολία καί ἦταν νά βγεῖ ἀπό τό στόμιο τῆς τρύπας ἐκείνης, ἕνας τρομερός δράκοντας, ἕνα φίδι τεράστιο, ἦταν ἕτοιμο. Ἄνοιξε τό στόμα του νά ἁρπάξει τόν Γέροντα. Ὅταν εἶδε ὅτι δέν μποροῦσε νά κάνει κάτι ἄλλο καί θά τόν κατεσπάραζε ὁ δράκοντας, ἐκεῖνος ἔβγαλε μιά σπαρακτική φωνή καί φώναξε «Παναγία μου, σῶσε με». Μέ τό «Παναγία μου», πού φώναξε ὁ Γέροντας καί ἐπικαλέσθηκε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἄκουσε τή φωνή τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία φώναξε «Μιχαήλ». Καί μέ τό «Μιχαήλ» εἶδε ὁ Γέροντας τό χέρι τοῦ ἀρχαγγέλου Μιχαήλ μέ τό κοντάρι, πού ἔδωσε μιά στόν δράκοντα καί ἐξαφανίσθηκαν τά πάντα.
Καί ἐπικράτησε μία ἡσυχία, μία εἰρήνη. Χάθηκαν καί τά θηρία, χάθηκε καί ἡ ζούγκλα, χάθηκαν καί τά πάντα. Καί μία εἰρήνη κυριάρχησε στήν ψυχή τοῦ Γέροντα. Ἀλλά εἶχε καί μία μεγάλη ἀπορία τί ἦταν ὅλο αὐτό τό πράγμα τό ὁποῖο εἶδε, μούσκεμα στόν ἱδρῶτα ἀπό τήν ἀγωνία καί τόν κόπο. Καί τοῦ ἐμήνυσε ὁ Θεός καί τοῦ εἶπε ὅτι ἡ ζωή σου ἀπό ἐδῶ καί ἐμπρός αὐτή θά εἶναι.
Λέει «Ἐντάξει, ἀλλά τό μωρό; Ποιό εἶναι τό μικρό πού κρατοῦσα στήν ἀγκαλιά μου;»
Καί τοῦ ἀπάντησε ὁ Θεός, τό βρέφος εἶναι ἡ ψυχή σου. Πρέπει νά σώσεις τήν ψυχή σου, μέσα ἀπό ὅλη αὐτή τή δυσκολία. Ὁ ἀγώνας σου εἶναι νά σώσεις τήν ψυχή σου. Καί αὐτό εἶναι τό σημαντικότερο ὅλων. Διότι πράγματι ὅλοι μας ἔχουμε δυσκολίες στή ζωή μας, μικρές, μεγάλες, ὁ καθένας στά μέτρα του. Ἐάν ξεχαστοῦμε καί ἀσχοληθοῦμε μέ τίς δυσκολίες πού ἔχουμε καί τό ποιός μᾶς τίς προκαλεῖ κτλ., χάσαμε τό παιχνίδι. Καί ἔλεγε ὁ Γέροντας, ἀπό τότε ἔκανα μία μεγάλη προσπάθεια νά μαζευτῶ στόν ἑαυτό μου καί νά κάνω ὅ,τι μπορῶ, ἀλλά πάνω ἀπό ὅλα νά κοιτάζω τήν ψυχή μου. Νά μήν ξεχάσω τήν ψυχή μου. Αὐτό εἶναι τό δίδαγμα τοῦ Γέροντα Ἐφραίμ, τό ὁποῖο μᾶς ἔδωσε μαζί μέ τά πολλά ἄλλα διδάγματα τά ὁποῖα ἄφησε.”
Ο Γέροντας στις ομιλίες του έλεγε ότι το έργο οικοδόμησης των μοναστηριών πρέπει να πραγματοποιηθεί, σκεπτόμενος το μέλλον, όταν θα έρθει ο «εχθρός» (Αντίχριστος) και ακριβώς στην Αμερική, επειδή από ’κεί όλα ξεκινούν και οι άνθρωποι εκεί έχουν ανάγκη από πνευματική καθοδήγηση και βοήθεια.
Discover more from Σημεία Καιρών
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
