Οι απόγονοι των Σταυροφόρων θα μαζευτούν ξανά στην περιφέρεια του Βυζαντίου και τότε..(Ιωσήφ Βατοπεδινός).
Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (12 Απριλίου 1204)
Η Δ’ Σταυροφορία (1201-4) έχοντας στόχο την απελευθέρωση από τους Μουσουλμάνους των Ιεροσολύμων, παρέκκλινε από το στόχο της και οι Σταυροφόροι κατέλαβαν τελικά την Κωνσταντινούπολη καταλύοντας το Βυζάντιο Αυτοκρατορία, διασπώντας την επικράτειά της σε μικρά φράγκικα κρατίδια υπό την υψηλή παπική εποπτεία. Ως ιστορικό γεγονός, η Δ” Σταυροφορία υπήρξε αποτέλεσμα θρησκευτικών αισθημάτων, ελπίδων των Σταυροφόρων για ηθική ανταμοιβή, επιθυμίας κέρδους και περιπετειών. Όμως, η επικράτηση των υλικών συμφερόντων επιβεβαιώθηκε με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1204.
Η ΑΛΩΣΗ
Η σύγκρουση Ελλήνων και Σταυροφόρων ήταν πια αναπόφευκτη και οι δεύτεροι άρχισαν να σχεδιάζουν την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Τον Μάρτιο του 1204 πραγματοποιήθηκε συνθήκη διαμέλισης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μεταξύ Βενετίας και Σταυροφόρων. Η πρώτη πρόταση της συνθήκης είναι εντυπωσιακή: ≪Εν ονόματι του Χριστού, πρέπει να καταλάβουμε, δια των όπλων, την πόλη≫! Επιτροπή Βενετών και Γάλλων, θα εξέλεγε εκείνον που, κατά τη γνώμη τους, θα κυβερνούσε καλύτερα τη χώρα ≪προς δόξαν του Θεού, της Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας και της Αυτοκρατορίας≫. Όλοι οι Σταυροφόροι που θα λάμβαναν κτήσεις, εκτός από τον Ερρίκο Δάνδολο, όφειλαν να ορκιστούν
πίστη στον Αυτοκράτορα. Μετά την προσυπογραφή των όρων της συμφωνίας, άρχισαν συνδυασμένες επιθέσεις κατά των τειχών της Κων/λης.
Η πρώτη επίθεση, της 9ης Απριλίου 1204, εναντίον του θαλάσσιου τείχους αποκρούστηκε. Την παραμονή της τελικής εφόδου οι Λατίνοι επίσκοποι, εξαπέλυσαν ανθελληνικούς μύδρους, κήρυσσοντας ότι ο πόλεμος ήταν δίκαιος, γιατί ο Μούρτζουφλος ήταν προδότης, δολοφόνος και πιο άνομος από τον Ιούδα, ότι οι Έλληνες είχαν παρακούσει τη Ρώμη, ήταν ένοχοι για το σχίσμα, αρνούμενοι να αναγνωρίσουν την παπική πρωτοκαθεδρία και ότι ο Ιννοκέντιος επιθυμούσε την ένωση των δύο Εκκλησιών. Οι πόρνες, που ακολουθούσαν τους Σταυροφόρους, διατάχθηκαν να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο και στάλθηκαν μακριά. Οι ιερωμένοι εξομολόγησαν τους στρατιώτες, τους χορήγησαν Όστια (Θ. Κοινωνία των Καθολικών) και γενικά έπραξαν ότι μπορούσαν για να τους καθησυχάσουν και να τους απασχολήσουν μέχρι την επίθεση της επομένης.
Στις 12 Απριλίου, η επίθεση επαναλήφθηκε στο Κεράτιο τείχος. Οι Ενετοί, δένοντας τις γαλέρες τους ανά δύο, τις είχαν υπερυψώσει με ξύλινες κατασκευές οδηγώντας τις γεμάτες στρατό κατά των πύργων. Μετά από σκληρή μάχη, το απόγευμα κατόρθωσαν να καταλάβουν δύο πύργους και τρεις πύλες από όπου άρχιζαν να εισχωρούν στην πόλη, δημιουργώντας προγεφύρωμα στο εσωτερικό της. Η ανίκανη βυζαντινή ηγεσία απέδειξε πως δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τις περιστάσεις. Ο Μουρτζούφλος και πολλοί ευγενείς εγκατέλειψαν την πόλη από χερσαίες πύλες προς τη Θράκη. Έτσι την επόμενη μέρα οι επιτιθέμενοι άρχισαν να προελαύνουν χωρίς ουσιαστική αντίσταση. Η πρωτεύουσα του Βυζαντίου έπεσε μετά την εγκληματική και πειρατική εκστρατεία που λέγεται Δ” Σταυροφορία.
Τα βυζαντινά στρατεύματα, συμπεριλαμβανομένων και των Βαράγγων, κατέθεσαν τα όπλα λαμβάνοντας διαβεβαιώσεις προσωπικής ασφαλείας. Οι Ιταλοί έποικοι της Πόλης, που είχαν εκδιωχθεί, εκμεταλλεύτηκαν την είσοδο των φίλων τους και προέβησαν σε αντίποινα κατά του πληθυσμού για την απέλασή τους. Καθώς οι νικητές Σταυροφόροι διέσχιζαν τους δρόμους της πόλης, γυναίκες, γέροντες και παιδιά, που δε μπόρεσαν να δραπετεύσουν, τους υποδέχτηκαν σχηματίζοντας το σημείο του σταυρού με τους δείκτες των δύο χεριών τους, ζητωκραυγάζοντας το Μομφερρατικό ως βασιλιά, ενώ μια πομπή, με επικεφαλής το Σταυρό και ιερά κειμήλια του Χριστού, επεφύλαξε στον τελευταίο θριαμβευτική υποδοχή. Ο λαός τον γνώριζε ως προστάτη του Αλέξιου.
Έτσι, ήταν φυσικό να τον ζητωκραυγάζουν ως
βασιλιά, πιστεύοντας ότι επρόκειτο για μια απλή αλλαγή στο θρόνο. Όμως, οι εισβολείς δεν λυπήθηκαν κανέναν. Προκειμένου να εξασφαλίσουν τη θέση τους, πυρπόλησαν τεράστιο τμήμα της πόλης που βρισκόταν στα ανατολικά ανάμεσα στη μονή Ευεργέτιδος και τη συνοικία Δρουγγάριο. Η πυρκαγιά διήρκεσε από τη νύχτα μέχρι το επόμενο βράδυ, καταστρέφοντας μεγάλο τμήμα της Πόλης. Το αυτοκρατορικό ανάκτορο των Βλαχερνών λεηλατήθηκε και οι κατακτητές εγκατέστησαν το στρατηγείο τους στον Παντεπόπτη. Ο Θεόδωρος Λάσκαρης αποφάσισε να κάνει μια ακόμα προσπάθεια εκδίωξης των εισβολέων. Η έκκληση που απηύθηνε, όμως, στο λαό ήταν μάταιη. Όσοι δεν είχαν πανικοβληθεί, έδειχναν αδιάφοροι. Η βία των στρατιωτών δεν φείσθηκε ούτε των κοριτσιών ούτε των αφιερωμένων στο Θεό παρθένων.
Η πόλη είχε περιέλθει σε χάος. Ευγενείς, γέροντες, γυναίκες και παιδιά έτρεχαν εδώ κι εκεί προσπαθώντας να σώσουν τη ζωή, την τιμή και τον πλούτο τους. Ιππότες, και Ενετοί ναύτες ανταγωνίζονταν σε ένα τρελό αγώνα λεηλασίας. Αυτοί οι ευσεβείς ληστές, ενεργούσαν σαν να είχαν άδεια να διαπράξουν οποιοδήποτε έγκλημα. Κράδαιναν τα ξίφη τους και λεηλατούσαν κατοικίες κι εκκλησίες. Η θρησκεία των ηττημένων υφίστατο κάθε είδους προσβολή. Εκκλησίες και μοναστήρια ήταν τα πρώτα που λεηλατήθηκαν. Μοναχοί και ιερωμένοι υπέστησαν προσβλητική μεταχείριση. Οι Σταυροφόροι τοποθετούσαν άμφια των ιερέων στις ράχες των αλόγων τους. Οι εικόνες αποσπώνταν από τα πλαίσιά τους ή θρυμματίζονταν. Τα δισκοπότηρα απογυμνώθηκαν από πολύτιμους λίθους και μεταβλήθηκαν σε κρασοπότηρα. Τα καλύμματα των Αγίων Τραπεζών και τα χρυσοκέντητα, διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους παραπετάσματα αφαιρέθηκαν, τεμαχίστηκαν και διαμοιράστηκαν. Οι Άγιες Τράπεζες της Αγίας Σοφίας, τεμαχίστηκαν, προκειμένου να αρπάξουν οι Σταυροφόροι τα πολύτιμα υλικά. Άλογα και μουλάρια οδηγήθηκαν στο Ναό για να μεταφέρουν φορτία ιερών σκευών, χρυσών και αργυρών πλακών του θρόνου, αμβώνων, θυρών και διακοσμήσεων. Οι στρατιώτες βεβήλωσαν το μέγιστο ναό της Χριστιανοσύνης.
Μια από τις πόρνες που επανέκαμψαν για να στεφανώσουν τον “ιερό” … ιπποτικό αγώνα κάθισε στην πατριαρχική καθέδρα και χόρευε τραγουδώντας άσεμνα τραγούδια προς τέρψη των στρατιωτών. Την τρίτη ημέρα εκδόθηκε διαταγή για την προστασία των γυναικών.
Ωστόσο, πέρασαν πολλές ημέρες ώσπου να επανέλθει ο στρατός στην προηγούμενη πειθαρχία του. Ένας συγγραφέας της εποχής, ο συνεχιστής της ιστορίας του Γουλιέλμου της Τύρου, γράφει χαρακτηριστικά: “Όταν οι Λατίνοι δεν είχαν ακόμα καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, κρατούσαν την ασπίδα του Θεού μπροστά τους. Μόνο όταν εισήλθαν στην πόλη, την πέταξαν και καλύφτηκαν με την ασπίδα του διαβόλου”.
*Απόσπασμα από άρθρο του Κων.Α.Οικονόμου δασκάλου συγγραφέα.
ΠΗΓΗ:http://www.inaa.gr/
Discover more from Σημεία Καιρών
Subscribe to get the latest posts sent to your email.


1 σχόλιο
Η Πολη δεν επεσε το 1453. Εκεινο ηταν απλα η ταφοπλακα. Επεσε το 1204 και η εσωτερικη παρακμη που οδηγησε στην απωλεια της ειχε ξεκινησει 50-100 χρονια νωριτερα ( πιο πολλα λενε καποιοι ).