Αρχική ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ«Ό­ταν έρ­χε­ται ε­δώ Άγ­γε­λος, ό­λη τη νύ­χτα είναι πο­λύ γα­λή­νια, ό­ταν έλ­θει δαί­μο­νας βρω­μά­ει ο τό­πος”

«Ό­ταν έρ­χε­ται ε­δώ Άγ­γε­λος, ό­λη τη νύ­χτα είναι πο­λύ γα­λή­νια, ό­ταν έλ­θει δαί­μο­νας βρω­μά­ει ο τό­πος”

by ssatsok

Ἡσυχαστής Φανούριος Καψαλιώτης – Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

~ Ο γε­ρω–Φα­νού­ριος γεν­νή­θη­κε στίς 12–7–1898 στό Τε­κό­στλ Ρου­μα­νί­ας. Οἱ γο­νεῖς του ὠ­νο­μά­ζον­ταν Στέ­φα­νος (Μαν­τράς) καί Ἑ­λέ­νη. Στήν βά­πτι­ση πῆ­ρε τό ὄ­νο­μα Βα­σί­λει­ος. Ἦ­ταν πρω­τό­το­κος πο­λυ­με­λοῦς οἰ­κο­γε­νεί­ας 14 παι­δι­ῶν. Οἱ πο­λύ εὐ­λα­βεῖς γο­νεῖς του ἐ­πει­δή πί­στευ­αν ὅ­τι τό πρῶ­το παι­δί ἀ­νή­κει στόν Θεό­ –κα­τά τό γρα­φι­κό– «πᾶν ἄρ­σεν δι­α­νοῖ­γον μή­τραν ἅ­γιον Θε­ῷ» ὅ­ταν ἔ­γι­νε 15 χρό­νων τόν ἔ­στει­λαν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, καί­τοι τόν ὑ­πε­ρα­γα­ποῦ­σαν, στήν Ρου­μα­νι­κή  Σκή­τη τοῦ Τιμίου Προ­δρό­μου, ὅ­που εἶ­χε θεῖ­ο μο­να­χό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν καί γραμ­μα­τέ­ας στήν Σκή­τη. Τό ἔ­τος 1913 ἦλ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί τό ἔ­τος 1915 ἔ­γι­νε μο­να­χός μέ τό ὄ­νο­μα Φα­νού­ριος.

Ἐ­κεῖ ἔ­μει­νε 30 χρό­νια ἀ­γω­νι­ζό­με­νος μέ ζῆ­λο καί πολ­λή εὐ­λά­βεια. Λα­χτα­ροῦ­σε ὅ­μως νά ζή­ση ἡ­συ­χα­στι­κά. Ἔ­τσι ἦρ­θε στήν κα­λύ­βη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου στήν Κα­ψά­λα. Ἐ­κεῖ ἔ­ζη­σαν καί ὁ ἅ­γιος Θε­ό­φι­λος ὁ Μυ­ρο­βλύ­της, πού τό Λεί­ψα­νό του εἶ­ναι θαμ­μέ­νο κά­τω ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα, ὁ ἅ­γιος Γε­ρά­σι­μος Κε­φαλ­λη­νί­ας καί ὁ ὅ­σιος Νι­κό­δη­μος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της. Ἁ­γι­α­σμέ­νο Κελ­λί, ἕ­να ἀ­πό τά προ­σκυ­νή­μα­τα τῆς Κα­ψά­λας.

Ὅ­ποι­ος ἐ­πισκεπτόταν τό Κα­λύ­βι τοῦ γε­ρω–Φα­νου­ρί­ου γιά πρώ­τη φο­ρά, δι­ε­ρω­τᾶ­το ἄν κα­τοι­κῆ κα­νείς. Δι­ό­τι εἶ­χε τε­λεί­α ἀ­προ­σπά­θεια καί ὅ­λη ἡ προ­σπά­θειά του ἦ­ταν στά πνευ­μα­τι­κά. Κα­θη­με­ρι­νῶς ἔ­κα­νε ἐ­νά­τες. Στέ­γνω­νε τό στό­μα του ἀ­πό τή νη­στεί­α καί τήν δί­ψα. Ἀ­πό τίς νη­στεῖ­ες ὁ ὀρ­γα­νι­σμός του ξε­συ­νή­θι­σε τά λα­δε­ρά καί δέν τά ἐ­δέ­χε­το. Ἄ­να­βε πολ­λά καν­τή­λια μπρο­στά στίς εἰ­κό­νες πού εἶ­χε στό κελ­λί του, ἐπί πλέον ἐ­κείνων πού ἦ­ταν στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἔ­κα­νε συ­νε­χεῖς ἀ­γρυ­πνί­ες μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι καί δι­ά­βα­ζε πο­λύ τό Ψαλ­τή­ρι, Πα­λαι­ά καί Και­νή Δι­α­θή­κη. Ἐ­πί­σης δι­ά­βα­ζε καί ἀ­γα­ποῦ­σε τόν ἀβ­βᾶ Ἰ­σα­άκ. Ἦ­ταν ἄ­ρι­στος ψάλ­της. Ἤ­ξε­ρε κα­λά τήν βυ­ζαν­τι­νή μου­σι­κή.

Στό κα­λύ­βι του αἰ­σθα­νό­ταν σάν νά βρι­σκό­ταν στόν πα­ρά­δει­σο. Ὅ­ταν ἦ­ταν νε­ώ­τε­ρος, πή­γαι­νε σέ ἄλ­λα Κελ­λιά, ἐρ­γα­ζό­ταν καί οἰ­κο­νο­μεῖ­το. Κάποτε ὅ­μως εἶ­δε τούς Ἁ­γί­ους τοῦ Κελ­λιοῦ του καί τοῦ εἶ­παν: «Μήν πη­γαί­νης νά δου­λεύ­ης σέ ἄλ­λα Κελ­λιά καί ἐ­μεῖς θά σέ φρον­τί­ζο­με». Ἀ­πό τό­τε δέν τοῦ ἔ­λει­ψε τί­πο­τα. Οὔ­τε ἐρ­γό­χει­ρο ἔ­κα­νε οὔ­τε σύν­τα­ξη πού δι­και­οῦ­το ἔ­παιρ­νε, οὔ­τε στίς Κα­ρυ­ές νά ψω­νί­ση πή­γαι­νε. Ἡ Πα­να­γί­α καί οἱ Ἅ­γιοι τοῦ Κελ­λιοῦ τόν οἰ­κο­νο­μοῦ­σαν σέ ὅ­λα.

Ὁ γε­ρω–Φα­νού­ριος εἶ­χε μί­α ἀ­λη­θι­νή αἴ­σθη­ση τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς. Κά­ποι­ος τοῦ χά­ρι­σε ἕ­να κο­σμι­κό ἐ­πα­νω­φό­ρι γιά τό κρύ­ο, ἀλ­λά δέν τό φό­ρε­σε, μο­λο­νό­τι τό χρει­α­ζό­ταν˙ τό ἔ­δω­σε σέ ἄλ­λον. Ἕ­νας ἄλ­λος μο­να­χός γεί­το­νάς του ἔ­φε­ρε νε­ρό μέ λά­στι­χο καί τοῦ πρό­τει­νε νά τοῦ βά­λη μί­α βρύ­ση νά παίρ­νη νε­ρό, ἀλ­λά δέν δέ­χθη­κε. Προ­τί­μη­σε νά πη­γαί­νη μέ τό κα­νά­τι νά παίρ­νη ἀ­πό μα­κριά, ἀ­πό τό ἁ­γί­α­σμα τοῦ ὁ­σί­ου Θε­ο­φί­λου, μέ­χρι πού γή­ρα­σε καί δέν μπο­ροῦ­σε πλέ­ον νά φέρ­νη μό­νος του νε­ρό. Ἀ­γα­ποῦ­σε τήν ἡ­συ­χί­α καί τήν πα­ρά­δο­ση. Ὅ­ταν κά­ποι­ος τοῦ εἶ­πε ὅ­τι θά κά­νουν δρό­μο στήν Κα­ψά­λα, στε­νο­χω­ρή­θη­κε λέ­γον­τας: «Ἀ­κοῦς δρό­μο στήν Κα­ψά­λα!».

Ὁ γε­ρω–Φα­νού­ριος ἦ­ταν πο­λύ εὐ­λα­βής, ἀ­σκη­τι­κός καί νη­πτι­κός. Τό τυ­πι­κό του ἦ­ταν: Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε ἑ­σπε­ρι­νό μέ κομ­πο­σχο­ί­νι καί ἔ­τρω­γε τό λί­γο ἀ­λά­δω­το φα­γά­κι μέ πα­ξι­μά­δι, ξε­κου­ρα­ζό­ταν καμ­μία ὥ­ρα. Ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­ζε τήν ἀ­κο­λου­θί­α μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι μέ­χρι νά ᾿ρθοῦν τά δά­κρυ­α. Ἔ­πει­τα ἔ­κλαι­γε προ­σευ­χό­με­νος γιά ὅ­λο τόν κό­σμο πού τόν ἀγ­κά­λια­ζε ἡ γε­μά­τη ἀ­γά­πη καρ­διά του.

Ὁ γε­ρω–Φα­νού­ριος εἶ­χε τό χά­ρι­σμα τῶν δα­κρύ­ων, ἀ­δι­ά­λει­πτη μνή­μη θα­νά­του καί νο­ε­ρά προσ­ευ­χή. Ἔ­λε­γε ὁ Γέ­ρων: «Σκέ­φτο­μαι, ὅ­ταν πε­θά­νω, ποῦ θά μέ βά­λει ὁ Θε­ός, δι­ό­τι εἶ­μαι ἄν­θρω­πος ἁ­μαρ­τω­λός», καί ἔ­τρε­χαν ἀ­στα­μά­τη­τα τά δά­κρυ­ά του. «Ἐ­γώ πάν­τα κλαί­γω», εἶ­πε. «Χω­ρίς δά­κρυ­α δέν κα­θα­ρί­ζουν οἱ ἁ­μαρ­τί­ες. Ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει νά ἔ­χη φό­βο Θε­οῦ καί ἀ­γά­πη πρός τόν Θε­όν. Αὐ­τά τά δύ­ο εἶ­ναι ἀ­δελ­φω­μέ­να. Νά τά ζη­τᾶ ἀ­πό τόν Θε­όν καί ὁ Θε­ός θά τά δώ­σει».

Ὁ γε­ρω–Φα­νού­ριος ἦ­ταν αἰχ­μα­λω­τι­σμέ­νος ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη πρός τόν Χρι­στό.

Συνήθως δι­ά­βα­ζε κα­θή­με­νος ἔ­ξω στήν αὐ­λή του σέ μία ἄ­κρη ὥστε νά μή φαίνεται, ἔ­χον­τας ἀ­νοι­χτή τήν πόρ­τα. Ὅ­σοι γνώ­ρι­ζαν ἔμ­παι­ναν, προ­σκυ­νοῦ­σαν καί αὐ­τός συ­νέ­χι­ζε, χω­ρίς νά δι­α­κό­πτη τήν με­λέ­τη του καί τήν προ­σευ­χή. Ἄν δέν ἤ­ξε­ραν, τούς ὡ­δη­γοῦ­σε στό να­ό καί τούς μι­λοῦ­σε γιά τόν ἅ­γιο Θε­ό­φι­λο συ­νή­θως ἔν­δα­κρυς. Πολλές ὅμως φο­ρές ἀ­πό τήν ἔν­το­νη πνευ­μα­τι­κή του ἐρ­γα­σί­α καί τήν θεί­α του ἀ­πα­σχό­λη­ση, ὅ­ταν χτυ­ποῦ­σε κα­νείς, ἄ­νοι­γε τήν πόρ­τα καί δέν κοί­τα­ζε στό πρό­σω­πο τόν ἐ­πι­σκέ­πτη. Τόν ὡ­δη­γοῦ­σε σι­ω­πη­λά στό Ἐκ­κλη­σά­κι καί μέ­σα του συ­νέ­χι­ζε τήν εὐ­χή. Ὕ­στε­ρα ὅ­ταν ἔ­φευ­γε ὁ ἐπισκέπτης, ἄ­φη­νε ἀ­νοι­χτή τήν πόρ­τα καί ἔ­τρε­χε νά πά­ρη πά­λι τό βι­βλί­ο στά χέ­ρια του.

Ἐ­πι­σκέ­φθη­κε κά­ποι­ος νέ­ος μο­να­χός τόν γερω– Φα­νού­ριο καί τόν ρώ­τη­σε νά τοῦ πῆ λό­γον ὠ­φε­λείας γιά νά δι­ορ­θώ­ση τήν ἐμ­πα­θῆ ψυ­χή του καί τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: «Παι­δί μου, τώ­ρα πού εἶ­σαι νέ­ος νά ἀ­γω­νι­σθῆς νά βά­λης κα­λή ἀρ­χή. Δι­ό­τι, ὅ­πως θά ἀρ­χί­σεις τήν κα­λο­γε­ρι­κή, ἔ­τσι καί θά κα­τα­λή­ξεις».

Ὁ ἴδιος ἦ­ταν με­γά­λος ἀ­γω­νι­στής. Ἔ­λε­γε μέ  τα­πεί­νωση: «Ἐ­πει­δή εἶ­μαι τεμ­πέ­λης καί δύ­σκο­λα  ξυ­πνά­ω, γι᾿ αὐ­τό ἀρ­χί­ζω ἀ­πό τό βρά­δυ τήν ἀ­κολου­θί­α καί δέν κοι­μᾶ­μαι τή νύ­χτα». Ἀ­πό τίς ὀρ­θο­στα­σί­ες ἔ­πα­σχε ἀ­πό κή­λη. Τήν ἀ­σκη­τι­κό­τη­τά του καί τήν βί­α πού ἀ­σκοῦ­σε στόν ἑ­αυ­τό του, τήν ὡ­μο­λο­γοῦ­σαν μέ θαυ­μα­σμό καί ὁ πα­πα–Ξε­νο­φῶν καί ὁ γε­ρω–Ἡ­ρω­δί­ων, οἱ Ρου­μᾶ­νοι.

Ὁ  πα­πα–Ξε­νο­φῶν ἔ­λε­γε:  «Οἱ πα­λαι­οί ἀ­σκη­τές δέν τόν ἔ­φθα­ναν τόν γε­ρω–Φα­νο­ύ­ριο στήν ἄ­σκη­ση. Προ­σευ­χό­ταν ἐ­πί πολ­λά ἡ­με­ρο­νύ­κτια συ­νέ­χεια, ἀ­κα­τά­παυ­στα. Εἶ­χε με­γά­λη ἀν­το­χή, ὥ­στε ἐρ­χό­ταν ἀ­πό τήν Δάφ­νη φορ­τω­μέ­νος μέ τό ντορ­βά του, χω­ρίς νά πά­ρη ἀ­νά­σα, ἄν καί ἦ­ταν μι­κρό­σω­μος».

Ὅ­ταν ἀρ­ρώ­στη­σε ὁ γε­ρω–Μα­κά­ριος ὁ Ρουμᾶ­νος πού ἦ­ταν γεί­το­νάς του, πή­γαι­νε κά­θε μέ­ρα ὁ γε­ρω–Φα­νού­ριος καί τόν βο­η­θοῦ­σε στίς ἀ­νάγ­κες του, πα­ρά τήν ἡ­λι­κί­α του.

Ὁ γε­ρω–Φα­νού­ριος μέ τέ­τοι­ους ἀ­γῶ­νες ὑ­περ­φυ­εῖς εἶ­χε καί ἀ­νά­λο­γες ἐμ­πει­ρί­ες καί θεῖ­ες πα­ρα­κλή­σεις. Κάποτε εἶ­δε τόν ἅ­γιο Θε­ό­φι­λο μέ τόν ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο, οἱ ὁ­ποῖ­οι τόν δι­ωρ­θώ­σα­νε, δι­ό­τι ἀ­με­λοῦ­σε σέ κά­τι. Ἔ­λε­γε ὁ γε­ρω–Φα­νού­ριος ὅ­τι ὁ ἅ­γιος Θε­ό­φι­λος φα­νε­ρώ­θη­κε καί στόν προ­κά­το­χό του, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε κου­νέ­λια καί ντου­φέ­κια, καί τόν ἔ­δι­ω­ξε, ἐ­πει­δή δέν ἤ­θε­λε νά δι­ορ­θω­θῆ, λέ­γον­τάς του ὅ­τι ἐ­δῶ εἶ­ναι ἀ­σκη­τή­ριο. Κά­ποι­ος ἄλ­λος πῆ­γε νά γκρε­μί­ση τόν τοῖ­χο νά πά­ρη τό Λεί­ψα­νο τοῦ ὁ­σί­ου Θε­ο­φί­λου καί ξε­πε­τά­χθη­καν φλό­γες. Ἄλ­λο­τε ἀ­πό τόν τοῖ­χο ἔρ­ρε­ε μύ­ρο ἀ­πό τό λεί­ψα­νο τοῦ ὁ­σί­ου Θε­ο­φί­λου. Σέ τέ­τοι­ο πε­ρι­βάλ­λον ἁ­γι­α­σμέ­νο μέ ἁ­γί­α ζω­ή ζοῦ­σε ὁ γε­ρω–Φα­νού­ριος. Ἔ­λε­γε: «Ὅ­ταν ἔρ­χε­ται ἐ­δῶ Ἄγ­γε­λος, ὅ­λη τή νύ­χτα εἶ­ναι πο­λύ γα­λή­νια, ὅ­ταν ἔλ­θη δαί­μο­νας βρω­μά­ει ὁ τό­πος».

Εἶ­δε κά­πο­τε το­ύς τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες καί ρώ­τη­σε  τόν Μέ­γα Βα­σί­λει­ο, πού τόν εὐ­λα­βεῖ­το ἰ­δι­αι­τέ­ρως, ἐπειδή στήν βά­πτι­ση πῆ­ρε τό ὄ­νο­μά του καί αὐ­τό τόν πα­ρα­κί­νη­σε νά πά­ρη καί τό Κελ­λί πού ἐ­τι­μᾶ­το στό ὄ­νο­μά του:

–Πές μου, σέ πα­ρα­κα­λῶ, χρω­στά­ω πολ­λά ἀ­κό­μα;

–Κα­λά εἶ­σαι, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε ὁ Ἅ­γιος.

Ἄλ­λη φο­ρά εἶ­δε τόν ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο καί τόν ἅ­γιο Θε­ό­φι­λο καί τοῦ εἶ­παν νά προ­σπα­θῆ πε­ρισ­σό­τε­ρο στά πνευ­μα­τι­κά.

Εἶ­χε μνή­μη ἄ­ρι­στη ὥς τό τέ­λος του, ἡ ὁποία κα­τέ­γρα­φε γιά πάν­τα ὅ­λους τούς ἐ­πι­σκέ­πτες, γιά το­ύς ὁ­ποί­ους ἔ­κα­νε κομ­πο­σχο­ί­νι καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Θε­ό.

Τρεῖς φο­ρές ἀ­πό εὐ­λά­βεια καί πό­θο πῆ­γε στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα ὡς προ­σκυ­νη­τής.

Δέν ἦ­ταν ζη­λω­τής, ἀλ­λά πο­νοῦ­σε πο­λύ γιά τήν κα­τά­στα­ση πού ὑ­πάρ­χει στήν Ἐκ­κλη­σί­α μέ τά σχί­σμα­τα καί τίς αἱ­ρέ­σεις. Ἦ­ταν εὐ­κο­λό­πι­στος, δι­ό­τι «ἄ­κα­κος ἀ­νήρ πι­στεύ­ει παν­τί λό­γῳ»[1].

Κά­πο­τε ἐ­πι­σκέ­φθη­κε ἕ­να γεί­το­νά του. Ἐ­κεῖ­νος  ἄ­κου­γε ρα­δι­ό­φω­νο. Τοῦ εἶ­πε προ­φη­τι­κά ὁ γερω–Φα­νού­ριος νά τό πε­τά­ξη, δι­ό­τι δι­α­φο­ρε­τι­κά θά τόν φέ­ρει στήν παν­τρειά. Ἐ­κεῖ­νος δέν τόν ἄ­κου­σε, καί δυ­στυ­χῶς ἔ­πα­θε αὐ­τό πού τοῦ εἶ­πε ὁ γε­ρω–Φα­νού­ριος.

Ἀ­πό τό 1984 ἄρ­χι­σε νά ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιά τήν ἔ­ξο­δό του. Ἔ­στει­λε τά λί­γα πράγ­μα­τά του στήν  Ρου­μά­νι­κη Σκή­τη τοῦ Τι­μί­ου Προ­δρό­μου πού ἦ­ταν ἡ με­τά­νοι­ά του, πῆ­γε στο­ύς γεί­το­νές του καί τούς ζή­τη­σε συγ­χώ­ρε­ση.

Κλεί­στη­κε στήν φί­λη του ἡ­συ­χί­α καί ἐ­νέ­τει­νε τήν προ­σευ­χή καί τά δά­κρυ­α. Τό ἔ­τος 1986 εἶ­δε τόν ἅ­γιο Θε­ό­φι­λο καί τόν ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο καί τοῦ εἶ­παν: «Ἐ­φέ­τος δέν θά κά­νεις Πρω­το­χρο­νιά ἐ­δῶ στό Κελ­λί, ἀλ­λά θά ᾿ρθεῖς νά γι­ορ­τά­σου­με μα­ζί». Τό εἶ­πε σέ κά­ποι­ον, καί αὐ­τός τοῦ συ­νέ­στη­σε νά μήν πι­στεύη­ σέ ὄ­νει­ρα. «Μά αὐ­τό δέν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο», ἀ­πάν­τη­σε.

Δύ­ο πα­τέ­ρες πού τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­καν, φεύ­γον­τας τοῦ εἶ­παν: «Θά ξα­ναρ­θοῦ­με Γέ­ρον­τα». «Δέν θά μέ βρῆτε. Θά πε­θά­νω», ἀ­πάν­τη­σε. Καί σέ ἄλ­λον μο­να­χό εἶ­πε συγ­κε­κρι­μέ­να ὅ­τι θά κοι­μη­θῆ πρίν ἀπό τήν Πρω­το­χρο­νιά.

Στίς 18 Δε­κεμ­βρί­ου, τοῦ ἔ­τους 1986, πα­ρα­μο­νή τῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς μέ τό νέ­ο ἡ­με­ρο­λό­γιο τόν βρῆ­καν κε­κοι­μη­μέ­νο οἱ γεί­το­νές του. Στήν κη­δεί­α του εἶ­χε πολ­λά χι­ό­νια καί μό­νο τρεῖς πα­τέ­ρες πα­ρευ­ρέ­θη­καν. Ὁ τά­φος του ἦ­ταν γε­μᾶ­τος νε­ρά. Τό λεί­ψα­νο τοῦ π. Φα­νου­ρί­ου ἦ­ταν ἀ­νά­λα­φρο σάν πού­που­λο καί ἐπέ­πλε­ε πά­νω στό νε­ρό. Στήν ἀ­να­κο­μι­δή του τό κόκ­κα­λο τοῦ πο­διοῦ φά­νη­κε ὅ­τι εἶ­χε σπά­σει καί εἶ­χε κολ­λή­σει στρα­βά. Ποι­ός ξέ­ρει τί μαρ­τυ­ρι­κο­ύς πό­νους ὑ­πέ­μει­νε ὁ γε­ρω–Φα­νο­ύ­ριος, χω­ρίς νά το­ύς φα­νε­ρώ­ση οὔ­τε σέ για­τρό!

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.

πηγή: enromiosini.gr

ixthis3

ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΙΤΕ: ⇒     ΕΔΩ


Discover more from Σημεία Καιρών

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

1 σχόλιο

emmanouil3@yahoo.com's avatar
emmanouil3@yahoo.com 17 Φεβρουαρίου 2020 - 18:25

ΠΡΟΣΟΧΗ.
Αποκαλυπτική μαρτυρία αγίου Παϊσίου,
‘’ Από τα (250) θαύματα & οράματα που είδα, μόνο τα (2) ήταν από το Θεό, όλα τα άλλα ήταν σατανικές παγίδες ‘’.
Δείτε εδώ το σχετικό βίντεο. https://www.youtube.com/watch?v=LpQfsUTtNkA
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει ότι,
1.- ‘’ Τις περισσότερες φορές τα θαύματα είναι δημιουργήματα φαντασίας των ανθρώπων, ή δαιμονικές οπτασίες, που μας οδηγούν σε πονηρές υποψίες και τέλος στην πλήρη απιστία. Ενώ ο θαυμαστός βίος φράσσει τα στόματα όλων. ‘’.
2.- ‘’ Όλες οι αιρέσεις δημιουργούνται από ένα και μόνο λόγω, από το ότι κάποιοι άνθρωποι της εκκλησίας παρουσιάζουν διεστραμμένα δικά τους λόγια, θεωρίες ακόμα και θαύματα, με σκοπό να αποσπάσουν τους χριστιανούς από την εκκλησία και να τους κάνουν δικούς τους οπαδούς ‘’.
[ ἐξ ὑμῶν, ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν. ( πράξεις Κ’.30.)].
Χρειάζεται μεγάλη προσοχή στην πίστη μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ ΚΙΝΔΥΝΟΣ. Όσοι προβάλλουν θαύματα, προφητείες κ.λ.π. το 99% από αυτούς το κάνουν προκειμένου να αποκτήσουν χρήμα, δόξα και οπαδούς. Είναι σατανική παγίδα, για στους υψηλόφρονες και τους αφελείς.

Απάντηση

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε σύμφωνοι με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Διαβάστε περισσότερα

Discover more from Σημεία Καιρών

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading