
Ο Χατζηγιώργης επαρουσίαζε ως δόκιμος ποικίλα χαρίσματα. Η Χάρις του Θεού τον είχε
επισκεφθεί εις πρώϊμον ηλικίαν. Κάποτε, ενώ προσηύχοντο όλοι εις την καλύβην των, ποιούντες τον «κανόνα» των, ξημερώματα, εν καιρώ χειμώνος, ήκουσεν την φωνήν του Γέροντός του να λέγει:




Βυθό βαθύ ονομάζει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος τα μυστήρια και τη σοφία του Θεού. Γι’ αυτό, ενώ η ανθρώπινη σοφία διδάσκεται από τους ανθρώπους, η θεία σοφία διδάσκεται μόνο από τον Θεό και μόνο σε λίγους, όσους έχουν ζωντανή πίστη και καλή προαίρεση.
η είναι να πάρης αφορμή άπ’ ό,τι βλέπεις και να το μεταλλάξης μέσα σου κατά τον δικό σου τον τρόπο, και να φτιάξης ένα έργο που θάχη κάποια αληθινή ουσία, χωρίς να είναι πιστά αντιγραμμένο. Έξ άλλου το να παραστήση κανένας ό,τι πράγμα κι αν είναι αυτό, απαράλλαχτα όπως φαίνεται στη φύση, θάτανε και μια δουλειά άσκοπη, αφού όλα στέκουνται αιώνια μπροστά στα μάτια μας ή ξαναγίνουν άπ’ ολοένα, οι άνθρωποι, τα ζώα, τα δέντρα, τα βουνά, τα σύννεφα, η αυγή, το βασίλεμα, το μεσημέρι, η θάλασσα, τα καράβια κι ό,τι άλλο πεις. Λοιπόν ποια είναι η ανάγκη να τα κάνης τα ίδια απάνω στο μουσαμά ή στο ξύλο και μάλιστα χωρίς να φτάνης ποτέ στη ζωντάνια που έχουνε στ’ αληθινά;