[…] Ἕνας ἀπὸ τοὺς φίλους μου μοῦ ἔφερε δῶρο τό βιβλίο τῆς Πηνελόπης Δέλτα: «Ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ». … ἄρχισα νὰ τὸ διαβάζω μὲ ζῆλο, διότι πλησίαζαν τὰ Χριστούγεννα καί κάτι με τραβοῦσε νὰ τὸ τελειώσω. Καθόμουνα σὲ μία καρέκλα καὶ πίσω μου ἦταν κρεμασμένη ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ.
Ἤμουν τότε 33 χρονῶν καὶ, καθώς διάβαζα, ἔχασα κάθε ἐπαφὴ μὲ τὸν τόπο καὶ τὸν χρόνο. Κάτι ἐντελῶς ἀπρόσμενο, πρωτόγνωρο καὶ συγκλονιστικὸ συνέβαινε. Ξαφνικά βρέθηκα στὸν Γολγοθᾶ, ἤμουνα μπροστὰ στὴ Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ!!! Δὲν ἦταν φαντασίωση ἀλλὰ μία πραγματικότητα, διότι ἔβλεπα καθαρὰ μὲ τὰ σαρκικά μου μάτια τὸν ἴδιο τὸν Χριστό μὲ τὸ ἀκάνθινο στεφάνι στὸ κεφάλι του. Ἦταν καρφωμένος ἐπάνω στὸν σταυρὸ καὶ τὸ πανάγιο αἷμα Του ἔτρεχε ἀπὸ τὶς πληγές! Ἔβλεπα τοὺς ληστὲς δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ ἀπὸ κάτω ἔβλεπα τοὺς στρατιῶτες καὶ τὴν Παναγία μὲ τὸν Ἅγ. Ἰωάννη τὸν Θεολόγο... Το βλέμμα μου ὅμως ἦταν προσηλωμένο ἐπάνω στὸν Χριστὸ ἐνῶ τὰ δάκρυά μου τρέχανε… τρέχανε σαν βρύσες! Δὲν ὑπῆρχε πόνος ἤ φόβος… Εἶχα εἰρήνη, μεγάλο δέος καὶ ἀπέραντη ἀγάπη γιὰ τὴ συγκατάβαση τοῦ Θεανθρώπου νὰ θυσιαστεῖ γιὰ ἐμᾶς.
Κάθε ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ φανταστεῖ τὴ γλυκύτητα πού θὰ νιώσει ἡ ψυχή του στο πιό, πιό χαρούμενο καὶ εὐχάριστο γεγονὸς τῆς ζωῆς του. Ὁ Θεὸς ὅμως ποὺ ἔπλασε τὴν ψυχή μας μπορεῖ νὰ τῆς δώσει τόση χαρά, μά τόση χαρά, πού δὲν μπορεῖ νὰ τὴ φανταστεῖ κανείς, παρά μόνο ὅσοι τὴ βιώσανε. Εἶναι κάτι που ξεπερνᾶ τὴ φαντασία. Πῆγε να διαλυθεῖ τὸ σῶμα μου ἀπὸ τὴ γλυκύτητα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὰ δὲν μπορῶ νὰ τὰ περιγράψω μὲ λόγια. Ὅλες οἱ λέξεις εἶναι φτωχὲς γιὰ νὰ περιγράψουν την κορύφωση τοῦ θείου δράματος, τὴν πιὸ σημαντικὴ στιγμὴ στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία… Ὁ Θεὸς ἐπάνω στὸν Σταυρὸ γιὰ ἐμᾶς!!! Αὐτὸς ποὺ μὲ ἕναν λόγο Του δημιούργησε και συγκρατεῖ ὅλο τὸ σύμπαν, νὰ κάθεται καρφωμένος ἐπάνω στὸν Σταυρὸ ἀπὸ ἀγάπη γιὰ ἐμᾶς!
…Αὐτὴ ἦταν ἡ πιὸ δυνατὴ ἐμπειρία ποὺ ἔζησα ποτέ, διότι μὲ συγκλόνισε συθέμελα καὶ μοῦ σημάδεψε ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ζωή μου. Ἤμουν ξαναγεννημένος καὶ μεταμορφωμένος. Πίστευα πλέον βαθιὰ μέσα μου ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ τοῦ εἶπα: «Χριστέ μου, Χριστέ μου, συγχώρεσέ με…, ἀπὸ τώρα θὰ ἀγωνίζομαι κάθε μέρα, γιὰ νὰ σὲ γνωρίσω περισσότερο!». Ἔβαλα φωτιὰ καὶ ἔκαψα ἀμέσως τὰ βιβλία μὲ τὶς ἀνοησίες τοῦ Σάι Μπάμπα καὶ μὲ ἔπιασε μία τρέλα, ἕνας φοβερὸς ζῆλος καὶ μία ἀκατάπαυστη χαρὰ νὰ μάθω τὰ πάντα γιὰ τὸν Χριστό!
Κάθε φορά πού πήγαινα στὴν Ἐκκλησία, πρὶν μπῶ μέσα, ὀσφραινόμουνα τὸ ἄρωμα τῆς θείας Κοινωνίας, τὸ Σῶμα καὶ το Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ δὲν μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὰ δάκρυά μου! Ἐπειδὴ ἔκλαιγα ἀσταμάτητα, ντρεπόμουνα τὸν κόσμο καὶ κρυβόμουνα στὶς γωνίες καὶ στὸ σκοτάδι. Δὲν μποροῦσα νὰ πῶ σὲ κανέναν ὅσα συγκλονιστικά συνέβαιναν μέσα μου…
Αὐτὴ ἡ ἐμπειρία μὲ ρούφηξε κυριολεκτικά. Ὁ νοῦς μου ἦταν συγκεντρωμένος στὴν εὐχὴ ποὺ ἔτρεχε ἀβίαστα μέσα μου καὶ γι’ αὐτὸ δὲν εἶχα καὶ πειρασμούς. Ἔλεγα τὴν εὐχὴ καὶ ὅλα τὰ ἄλλα πήγανε στὴν ἄκρη, ὅλα μὲ ἀφήνανε παγερά ἀδιάφορο καὶ ἤθελα νὰ ζήσω μόνο γιὰ τὸν Χριστό. Ἀκόμη κι ἄν ἤθελα, ἀκόμη κι ἄν προσπαθοῦσα, δὲν μποροῦσα πλέον νὰ σκεφτῶ τίποτα ἄλλο. Όλη μέρα ἔλεγα τὴν εὐχή: «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με…» καὶ τὰ δάκρυα τρέχανε ποτάμι. Πῆγα καὶ ἐξομολογήθηκα στον μακαριστό π. Ἀντώνιο Ἀλεβιζόπουλο καὶ μοῦ εἶπε: «Αὐτό ἦταν ἀπό τόν Θεό, γιὰ νὰ σὲ τραβήξει κοντά του».
Ένα πρόβλημα ἦταν ἡ δουλειά μου, διότι, ὅπως ἤμουν μόνιμα “αφηρημένος” καὶ δὲν μποροῦσα νὰ συγκεντρωθῶ στὶς υποχρεώσεις μου, παραλίγο νὰ ἐκτεθῶ ἄσχημα. Ἕνα ἄλλο πρόβλημα πού παρουσιάστηκε ἀρκετὰ ἀργότερα ἦταν ἡ ἐπίθεση τῶν δαιμόνων, ποὺ ἦταν θυμωμένοι γιὰ τὴ νέα μου ζωή….
Σχετικά μέ τή θεϊκὴ ἐμπειρία μου τον ρώτησα [τὸν Ἅγιο Παϊσιο]:
-Γέροντα, ἀφοῦ ζοῦσα μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστό, γιατί συνέβη σὲ μένα αὐτὸ μὲ τὴ Σταύρωση τοῦ Κυρίου;
– Εἶχες ἁγνὴ ψυχή. Τὸ εἶδε ὁ Χριστὸς καὶ σὲ ἐπισκέφτηκε, γιά νά σὲ βοηθήσει καὶ νὰ σὲ τραβήξει κοντά του. Όταν τελειώσεις μ’ αὐτὰ ποὺ θέλεις νὰ κάνεις στὴ δουλειά σου, ἐὰν θέλεις, νά πᾶς νὰ γίνεις μοναχός, ἀλλὰ ὄχι σὲ Κοινόβιο, διότι τὴν ἔχεις μάθει τὴν ὑπακοὴ ἀπ’ τὸν στρατό. Κοίταξε νὰ πᾶς σὲ ἕνα ἡσυχο Κελλί, νὰ ζήσεις ἡσυχαστικά.
Παρόμοια λόγια μοῦ εἴπανε ἀργότερα ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλίκης καὶ ὁ Ἅγ. Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ…
– Θὰ σὲ στείλω σὲ κάποιον ποὺ ζεῖ σ’ ἕνα τροχόσπιτο ἔξω ἀπ’ τὴν Ἀθήνα…, στον π. Πορφύριο!
Ἔτσι διὰ μέσου ἑνὸς Ἁγίου, τοῦ Ἁγίου Παϊσίου, γνώρισα ἕναν ἄλλον Ἅγιο, τὸν Ἅγιο Πορφύριο!
Αὐτή τή συγκλονιστική εμπειρία μου νὰ βρεθώ μπροστά στη Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἀνέφερα στὸν Ἅγιο Πορφύριο καὶ μοῦ εἶπε πὼς ἦταν ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ ἴδιος εἶχε δεῖ μπροστά του ζωντανὰ τὴ Σταύρωση τοῦ Κυρίου. Πλησίαζε τὸ Πάσχα, λειτουργοῦσε στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Γερασίμου καὶ παρόλα τὰ σοβαρότατα προβλήματα υγείας, σήκωνε τὸν δικό του Σταυρὸ καὶ ἔκανε ὅλες τίς Ἀκολουθίες. Ἦρθε ἡ Μεγάλη Παρασκευή, βγῆκε στὴν Ὡραῖα Πύλη καὶ διάβαζε τὸ Εὐαγγέλιο: «…ἀνεβόησεν ὁ Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλη λέγων ἠλί ἠλί, λιμᾶ σαβαχθανί; τοῦτ’ ἔστι…», καὶ ἀμέσως κόπηκε ἡ φωνή του. Εἶδε μπροστά του τὴ Σταύρωση καὶ ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ πού ἔλεγε: «…Θεέ μου, ίνατί με ἐγκατέλιπες;».1 Συγκινήθηκε τόσο πολύ, που σταμάτησε, γύρισε και μπῆκε στὸ Ἱερὸ γιὰ νὰ σκουπίσει τὰ δάκρυά του. Ἀσπάστηκε την Ἁγία Τράπεζα καὶ προσευχήθηκε στὸν Χριστὸ νὰ τοῦ δώσει δύναμη γιὰ νὰ μπορέσει νὰ συνεχίσει, ἐνῶ ἀπὸ κάτω ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα ἔκλαιγε.
Μετά ἀπό τή δική μου ἐμπειρία νὰ δῶ ζωντανὰ τὴ Σταύρωση τοῦ Κυρίου, ἔνιωθα πὼς δὲν εἶχα καμία ἀξία, πώς ἤμουν μηδαμινός καὶ τιποτένιος, φθαρτὸς καὶ ἀνήμπορος. Ἔνιωθα τόσο μικρός μπροστὰ στὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ! Αὐτὸ τὸ αἴσθημα τὸ “εἶδε” ὁ Ἅγ. Πορφύριος καὶ ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα μὲ ἀποκαλοῦσε «Παναγιωτάκη…». Ἐνῶ ἤμουν στὸ Ἀνώτατο Στρατηγεῖο τοῦ ΝΑΤΟ, διευθυντής ὅλων τῶν ἐπιχειρήσεων τοῦ στόλου, μὲ μεταπτυχιακὰ στὴν Ἀγγλία, master στὴν ἐπιχειρησιακή ἔρευνα καὶ ἐμπειρία σὲ θέματα νέας τεχνολογίας, ἐκεῖνος μοῦ ἔλεγε:
-Παναγιωτάκη, ἐντάξει ὅλα αὐτά, ἀλλὰ νὰ μωρέ…, εἶσαι κούφιος μέσα σου!
Αυτά τα λόγια, ὄχι μόνο δὲν μὲ πείραζαν καθόλου, ἀλλὰ μὲ ἔκαναν νά τόν ἀγαπῶ περισσότερο καὶ μετὰ ἀπὸ καιρὸ κατάλαβα ὅτι ἔλεγε τὴν ἀπόλυτη ἀλήθεια. Ἐνῶ διάβαζα πάρα πολύ, δὲν εἶχα κατανοήσει τὸ βάθος καὶ τὴν ὀμορφιὰ τῆς Ορθόδοξης Εκκλησίας, δὲν εἶχα ἐμβαθύνει μέσα στὸ νόημα καὶ τὴν οὐσία τῆς ἀληθινῆς πνευματικῆς ζωῆς. Αὐτὰ δὲν τὰ μαθαίνεις μόνο διαβάζοντας πνευματικά βιβλία ἀλλὰ τὰ βιώνεις, κι ἄν θελήσει ὁ Θεός, σοῦ τά ἀποκαλύπτει…! Δὲν εἶναι θέμα γνώσεων ἀλλά προσευχής… ἀνοίγματος της ψυχής προς τον Θεό.
1 Κατά Ματθαῖον, κζ’ 46.
Μαρτυρία κ. Παναγιώτη Κικαρέα, ἀντιναύαρχος, Φλόριντα Ἀμερική.
ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ & ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΔΕΙΤΕ: >> ΕΔΩ
Discover more from Σημεία Καιρών
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
