Αρχική ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ-ΩΦΕΛΙΜΑΠί­στε­ψε με, δεν έ­χει τόσο την ι­κα­νό­τη­τα να κα­θα­ρί­ζει τη σκου­ρι­ά η φω­τι­ά, όσο η νυχ­τε­ρι­νή προ­σευ­χή τη σκου­ρι­ά των αμαρ­τι­ών μας..

Πί­στε­ψε με, δεν έ­χει τόσο την ι­κα­νό­τη­τα να κα­θα­ρί­ζει τη σκου­ρι­ά η φω­τι­ά, όσο η νυχ­τε­ρι­νή προ­σευ­χή τη σκου­ρι­ά των αμαρ­τι­ών μας..

by ssatsok

Σχετική εικόνα

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος – Ἡ ἀξία τῆς ἀγρυπνίας

~ Ἡ προ­σευ­χὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἔ­χει τό­σο με­γά­λη δύ­να­μη, ὥ­στε καὶ ἂν ἀ­κό­μη εἴ­μα­στε πι­ὸ ἄ­φω­νοι καὶ ἀ­πὸ τὶς πέ­τρες, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει τὴ γλώσ­σα μᾶς πι­ὸ ἐ­λα­φρὰ ἀ­πὸ τὸ φτε­ρό.

Δι­ό­τι, ὅ­πως ὁ ζέ­φυ­ρος ὅ­ταν φυ­σά­ει στὰ πα­νι­ὰ τοῦ πλοί­ου τὸ κά­νει νὰ τρέ­χει πι­ὸ γρή­γο­ρα ἀ­πὸ τὸ βέ­λος, ἔτ­σι καὶ ἡ προ­σευ­χὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὅ­ταν πέ­σει στὴ γλώσ­σα αὐ­τοῦ ποὺ τὴν λέ­ει, κι­νεῖ τὸν λό­γο δυ­να­τό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸν ζέ­φυ­ρο…

Πό­ση τι­μὴ δὲ ἔ­χει τὸ πράγ­μα, νὰ εἶ­ναι κά­ποι­ος ἄν­θρω­πος καὶ νὰ συ­νο­μι­λεῖ μὲ τὸ Θε­ό, ὅ­λοι το γνω­ρί­ζουν, ἀλ­λὰ νὰ δεί­ξουν μὲ λό­γι­α τὸ μέ­γε­θός της δὲν μπο­ροῦν οἱ πολ­λοί, δι­ό­τι αὐ­τὴ ἡ τι­μὴ ξε­περ­νᾶ καὶ τῶν Ἀγ­γέ­λων τὴ με­γα­λο­πρέ­πει­α. Αὐ­τὸ τὸ γνω­ρί­ζουν οἱ ἴ­δι­οι οἱ Ἄγ­γε­λοι, ἀ­φοῦ φαί­νον­ται πὼς ἔ­φερ­ναν τὶς δε­ή­σεις τῶν Προ­φη­τῶν στὸ Θε­ό, τοὺς ὕ­μνους καὶ τὶς λα­τρεῖ­ες στὸ Δε­σπό­τη μὲ φό­βο πο­λύ, ἔ­χον­τας καὶ τὰ πό­δι­α σκε­πα­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν με­γά­λη εὐ­λά­βει­α. Ἀλ­λὰ ἂν ἐ­κεῖ­νοι ποὺ πε­τοῦν καὶ δὲν ἡ­συ­χά­ζουν κα­θό­λου δεί­χνουν τὸ φό­βο ποὺ ἔ­χουν, τοῦ­το μου φαί­νε­ται ὅ­τι τὸ κά­νουν γι­ὰ νὰ ἐκ­παι­δεύ­ουν ἐ­μᾶς στὸν και­ρὸ τῆς προ­σευ­χῆς νὰ λη­σμο­νοῦ­με τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση· καὶ μὲ τὴν προ­θυ­μί­α καὶ τὸν φό­βο ποὺ ἔ­χου­με, νὰ μὴ βλέ­που­με, οὔ­τε νὰ φαν­τα­ζό­μα­στε κα­νέ­να πράγ­μα τού­του τοῦ κό­σμου, ἀλ­λὰ νὰ μᾶς φαί­νε­ται πὼς εἴ­μα­στε με­τα­ξύ των Ἀγ­γέ­λων καὶ προ­σφέ­ρου­με τὴ λα­τρεί­α ποὺ προ­σφέ­ρουν κι ἐ­κεῖ­νοι. Δι­ό­τι ὅ­λα τα ἄλ­λα, τὰ δι­κά μας, εἶ­ναι πο­λὺ χω­ρι­σμέ­να ἀ­πὸ τὰ δι­κά τους· καὶ ἡ φύ­ση καὶ ὁ τρό­πος ζω­ῆς καὶ ἡ σο­φί­α καὶ ἡ φρον­τί­δα καὶ ὅ,τι ἄλ­λο· ἡ προ­σευ­χὴ ὅ­μως εἶ­ναι κοι­νὸ ἔρ­γο τῶν Ἀγ­γέ­λων καὶ τῶν ἀν­θρώ­πων. Αὐ­τὴ ἡ προ­σευ­χὴ σὲ ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πὸ τὰ ἄ­λο­γα ζῶ­α, αὐ­τὴ ἡ προ­σευ­χὴ σὲ κά­νει σύν­τρο­φο τῶν Ἀγ­γέ­λων αὐ­τὴ μπο­ρεῖ γρή­γο­ρα νὰ σὲ ἀ­νε­βά­σει στὴ δι­κή τους πο­λι­τεί­α, στὴ ζω­ή, στὴ δί­αι­τα, καὶ τὴν τι­μὴ καὶ τὴν συγ­γέ­νει­α, καὶ τὴ σύ­νε­ση καὶ τὴ σο­φί­α, καὶ νὰ σὲ κά­νει νὰ φρον­τί­ζεις ὅ­λη σου τὴ ζω­ὴ νὰ βρί­σκε­σαι σὲ προ­σευ­χὲς καὶ στὴ λα­τρεί­α τοῦ Θε­οῦ.

«Ἐ­νῶ ὁ Πέ­τρος» λέ­ει «ἦ­ταν στὴ φυ­λα­κή· ἡ ἐκ­κλη­σί­α προ­σευ­χό­ταν ἀ­δι­ά­κο­πα στὸ Θε­ὸ γι’ αὐ­τὸν»(Πράξ. 12, 5). Ἀ­κοῦ­τε πῶς τοὺς αἰ­σθά­νον­ταν τοὺς δα­σκά­λους τους; Δὲν ἐ­πα­να­στά­τη­σαν, δὲν θο­ρυ­βή­θη­καν, ἀλ­λὰ κα­τέ­φυ­γαν στὴν προ­σευ­χή, τὴν πραγ­μα­τι­κὰ ἄ­μα­χη σύμ­μα­χο… Ἄ­ρα τί­πο­τε δὲν εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν μέ­τρι­α θλί­ψη. Ἀ­νυ­μνοῦ­σαν τὸ Θε­ὸ μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες καὶ τὰ παι­δι­ά τους, ἀ­γό­ρι­α, κο­ρίτ­σι­α, καὶ εἶ­χαν γί­νει μὲ τὴν θλί­ψη πι­ὸ κα­θα­ροὶ ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό. Ἐ­νῶ τώ­ρα, ἂν δοῦ­με μι­κρὸ κίν­δυ­νο, πέφ­του­με σὲ ἀ­δρά­νει­α. Τί­πο­τε δὲν ἦ­ταν λαμ­πρό­τε­ρο ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἃς τοὺς μι­μη­θοῦ­με αὐ­τούς, ἃς τοὺς ζη­λέ­ψου­με. Ἡ νύ­κτα δὲν ἔ­γι­νε γι­ὰ νὰ κοι­μό­μα­στε συ­νε­χῶς καὶ νὰ βρι­σκό­μα­στε σὲ ἀρ­γί­α. Κι αὐ­τὸ τὸ μαρ­τυ­ροῦν οἱ χει­ρο­τέ­χνες, οἱ ἁ­μα­ξη­λά­τες, οἱ ἔμ­πο­ροι, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Θε­οῦ, ποὺ ξυ­πνᾶ μέ­σα στὴ νύ­κτα. Σή­κω καὶ σὺ καὶ κοί­τα­ξε τὸ χο­ρὸ τῶν ἄ­στρων, τὴν βα­θι­ὰ σι­γή, τὴν πολ­λὴ ἡ­συ­χί­α. Τό­τε ἡ ψυ­χὴ εἶ­ναι κα­θα­ρό­τε­ρη· εἶ­ναι πι­ὸ ἐ­λα­φρὰ καὶ πι­ὸ λε­πτή, πε­τὰ πι­ὸ ἐ­λεύ­θε­ρη· αὐ­τὸ τὸ σκο­τά­δι, ἡ σι­γὴ ἡ πολ­λή, εἶ­ναι ἱ­κα­νὰ νὰ προ­κα­λέ­σουν κα­τά­νυ­ξη. Κι ἂν δεῖς τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τὰ στίγ­μα­τα τῶν ἄ­στρων σὰν νὰ εἶ­ναι ἄ­πει­ρα μά­τι­α, θὰ αἰ­σθαν­θεῖς κά­θε γλυ­κύ­τη­τα, φέρ­νον­τας ἀ­μέ­σως στὸν νοῦ σου τὸν Δη­μι­ουρ­γό. Ἂν σκεφ­τεῖς ὅ­τι αὐ­τοὶ ποὺ στὴ δι­άρ­κει­α τῆς ἡ­μέ­ρας κραυ­γά­ζουν, γε­λοῦν, σκιρ­τοῦν, πη­δοῦν, πλε­ο­νε­κτοῦν, ἀ­πει­λοῦν ὅ­τι θὰ προ­κα­λέ­σουν χι­λι­ά­δες κα­κά, αὐ­τοὶ τώ­ρα δὲν δι­α­φέ­ρουν σὲ τί­πο­τε ἀ­πὸ τοὺς νε­κρούς, θὰ κα­τη­γο­ρή­σεις ὅ­λη τὴν ἀν­θρώ­πι­νη αὐ­θά­δει­α.

Ἦρ­θε ὁ ὕ­πνος νὰ ἐ­λέγ­ξει τὴ φύ­ση· εἶ­ναι εἰ­κό­να τοῦ θα­νά­του, εἰ­κό­να τῆς συν­τέ­λει­ας. Ἂν σκύ­ψεις στὸ στε­νό, δὲν θὰ ἀ­κού­σεις φω­νή· ἂν δεῖς στὸ σπί­τι, θὰ τοὺς δεῖς ὅ­λους ξα­πλω­μέ­νους κά­τω, σὰν σὲ τά­φο. Ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ γι­ὰ νὰ δι­ε­γεί­ρουν τὴ ψυ­χὴ καὶ νὰ τῆς προ­κα­λέ­σουν τὴν ἔν­νοι­α τῆς συν­τέ­λει­ας. Γο­νά­τι­σε, στέ­να­ξε, πα­ρα­κά­λε­σε τὸν Κύ­ρι­ό σου νὰ δεί­ξει εὐ­σπλα­χνί­α· κάμ­πτε­ται εὐ­κο­λό­τε­ρα στὶς νυ­κτε­ρι­νὲς προ­σευ­χές, ὅ­ταν σὺ κά­νεις τὴν ὥ­ρα τῆς ἀ­να­παύ­σε­ως ὥ­ρα θρή­νων. Θυ­μή­σου τὸν Βα­σι­λέ­α Δαυ­ὶδ τί ἔ­λε­γε: «κου­ρά­στη­κα ἀ­πὸ τὸ στε­ναγ­μό μου, κά­θε νύχ­τα λού­ζω τὸ κρε­βά­τι μου, καὶ βρέ­χω τὸ στρῶ­μα μου μὲ τὰ δά­κρυ­ά μου» (Ψάλμ. 6, 6). Ὅ­σο καὶ νὰ ζεῖς μέ­σα στὶς ἀ­νέ­σεις, πάν­τως ὄ­χι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον, ὅ­σο καὶ νὰ εἶ­σαι πλού­σι­ος, δὲν εἶ­σαι πλου­σι­ό­τε­ρος ἀ­πὸ τὸν Δαυ­ίδ. Καὶ πά­λι ὁ ἴ­δι­ος λέ­γει: «τὰ με­σά­νυ­κτα ση­κω­νό­μουν…» (Ψάλμ. 118, 62). Τό­τε οὔ­τε ἡ κε­νο­δο­ξί­α μᾶς ἐ­νο­χλεῖ δι­ό­τι πῶς νὰ μᾶς ἐ­νο­χλή­σει, ὅ­ταν ὅ­λοι κοι­μοῦν­ται καὶ δὲν βλέ­πουν; Τό­τε δὲν μᾶς ἐ­πι­τί­θε­ται ἡ ρα­θυ­μί­α καὶ τὸ χα­σμου­ρη­τό· πῶς νὰ μᾶς ἐ­πι­τε­θεῖ, ὅ­ταν ἡ ψυ­χὴ ἔ­χει τό­σες ἀ­φορ­μὲς νὰ δι­ε­γεί­ρε­ται;

Με­τὰ δὲ ἀ­πὸ τέ­τοι­ες ἀ­γρυ­πνί­ες καὶ ὁ ὕ­πνος εἶ­ναι γλυ­κὸς καὶ ἀ­πο­κα­λύ­ψεις θαυ­μα­στὲς συμ­βαί­νουν. Ὅ­που εἶ­ναι ὁ Χρι­στὸς στὴ μέ­ση, ἐ­κεῖ ὑ­πάρ­χει καὶ πλῆ­θος πο­λύ· ὅ­που εἶ­ναι ὁ Χρι­στός, ἀ­πα­ραι­τή­τως βρί­σκον­ται καὶ Ἄγ­γε­λοι καὶ Ἀρ­χάγ­γε­λοι κι ἄλ­λες νο­ε­ρὲς Δυ­νά­μεις. Ἄ­ρα δὲν εἶ­σθε μό­νοι, ἀ­φοῦ ἔ­χε­τε τὸν Κύ­ρι­ό των ὅ­λων.

Ἀλ­λὰ κου­ρά­σθη­κα, λέ­ει, τὴν ἡ­μέ­ρα πο­λὺ καὶ δὲν μπο­ρῶ. Αὐ­τὰ εἶ­ναι δι­και­ο­λο­γί­ες καὶ προ­φά­σεις, ἐ­πει­δὴ ὅ­σο καὶ νὰ κου­ρα­σθεῖς δὲν θὰ κο­πι­ά­σεις ὅ­σο ὁ σι­δη­ρουρ­γός, ποὺ κτυ­πᾶ τό­σο βα­ρὺ σφυ­ρὶ ἀ­πὸ πο­λὺ ψη­λὰ πά­νω στὰ πυ­ρω­μέ­να σί­δε­ρα καὶ δέ­χε­ται ὅ­λη τὴν κά­πνα στὸ σῶ­μα του, κι ὅ­μως τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς νύ­κτας τὸ κα­τα­να­λώ­νει ἔτ­σι. Κᾶ­νε λοι­πὸν καὶ σὺ πνευ­μα­τι­κὸ σι­δη­ρουρ­γεῖ­ο ποὺ θὰ κα­τα­σκευ­ά­σει ὄ­χι χύ­τρες καὶ κα­ζά­νι­α, ἀλ­λὰ τὴ ψυ­χή σου, ποὺ εἶ­ναι πο­λὺ πι­ὸ πο­λύ­τι­μη ἀ­πὸ τὸν σι­δη­ρουρ­γὸ καὶ τὸν χρυ­σο­χό­ο. Αὐ­τὴν ποὺ πά­λι­ω­σε ἀ­πὸ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες, βά­λε τὴν μέ­σα στὸ χω­νευ­τή­ρι τῆς ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως· κτύ­πη­σε τὸ βα­ρὺ σφυ­ρὶ ἀ­πὸ πο­λὺ ψη­λά, δη­λα­δὴ τοὺς λό­γους τῆς κα­τα­κρί­σε­ως τοῦ ἐ­αυ­τοῦ σου· ἄ­να­ψε τὴ φω­τι­ὰ τοῦ Πνεύ­μα­τος. Ἔ­χεις πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρη τέ­χνη. Δὲν συ­ναρ­μο­λο­γεῖς σκεύ­η χρυ­σά, ἀλ­λὰ τὴν πο­λυ­τι­μό­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­λα τα χρυ­σά­φι­α ψυ­χή.

Ἄ­να­ψε τὴ ψυ­χὴ μὲ τὴ προ­σευ­χή. Πί­στε­ψε μέ, δὲν ἔ­χει τό­σο τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ κα­θα­ρί­ζει τὴ σκου­ρι­ὰ ἡ φω­τι­ά, ὅ­σο ἡ νυχ­τε­ρι­νὴ προ­σευ­χὴ τὴ σκου­ρι­ὰ τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μας. Ἃς ντρα­ποῦ­με, ἂν ὄ­χι κα­νέ­ναν ἄλ­λον, τοὺς νυ­κτε­ρι­νοὺς φύ­λα­κες. Ἐ­κεῖ­νοι πε­ρι­έρ­χον­ται τοὺς δρό­μους γι­ὰ τὸν ἀν­θρώ­πι­νο νό­μο, φω­νά­ζον­τας δυ­να­τὰ μέ­σα στὴν πα­γω­νι­ὰ καὶ περ­πα­τών­τας μέ­σα ἀ­πὸ τὰ στε­νά, καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς βρέ­χον­ται καὶ πα­γώ­νουν γι­ὰ σέ­να καὶ τὴν σω­τη­ρί­α σου καὶ γι­ὰ τὴ φύ­λα­ξη τῶν χρη­μά­των σου. Ἐ­κεῖ­νος γι­ὰ τὰ χρή­μα­τά σου παίρ­νει τό­σα προ­νο­η­τι­κὰ μέ­τρα, ἐ­νῶ ἐ­σὺ οὔ­τε γι­ὰ τὴ δι­κή σου ψυ­χή; Καὶ μά­λι­στα ἐ­γὼ δὲν σὲ ἀ­ναγ­κά­ζω νὰ πε­ρι­φέ­ρε­σαι ἔ­ξω στὸ ὕ­παι­θρο ὅ­πως ἐ­κεῖ­νος, οὔ­τε νὰ πι­έ­ζε­σαι φω­νά­ζον­τας δυ­να­τά, ἀλ­λὰ μέ­νον­τας μέ­σα σ’ ἕ­ναν ἀ­πό­με­ρο χῶ­ρο, στὸ ἴ­δι­ο το δω­μά­τι­ό σου, γο­νά­τι­σε, πα­ρα­κά­λε­σε τὸν Δε­σπό­τη. Γι­α­τί αὐ­τὸς ὁ ἴ­δι­ος ὁ Δε­σπό­της δι­α­νυ­κτέ­ρευ­σε πά­νω στὸ ὅ­ρος τῶν Ἐ­λαι­ῶν; Ὄ­χι γι­ὰ νὰ γί­νει πρό­τυ­πο γι­ὰ μᾶς; Τό­τε ἀ­να­πνέ­ουν τὰ φυ­τά, τὴ νύχ­τα ἐν­νο­ῶ· τό­τε καὶ ἡ ψυ­χή, ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ αὐ­τά, δέ­χε­ται τὴ δρο­σι­ὰ Αὐ­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ὁ ἥ­λι­ος τῆς ἡ­μέ­ρας τὰ ξή­ρα­νε, αὐ­τὰ τὴ νύχ­τα δρο­σί­ζον­ται. Ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρα ἀ­πὸ κά­θε δρο­σι­ὰ εἶ­ναι τὰ δά­κρυ­α ποὺ χύ­νον­ται ἐ­ναν­τί­ον τῶν ἐ­πι­θυ­μι­ῶν καὶ κά­θε φλο­γώ­σε­ως καὶ καύ­σω­να καὶ δὲν ἀ­φή­νουν νὰ πά­θου­με κα­νέ­να κα­κό.

Ἂν δὲν ἀ­πο­λαύ­σει (ἡ ψυ­χὴ) αὐ­τὴ τὴ δρο­σι­ά, τὴν ἡ­μέ­ρα θὰ ξε­ρα­θεῖ ἐν­τε­λῶς. Ἀλ­λὰ ὄ­χι, νὰ μὴ συμ­βεῖ κα­νέ­νας ἀ­πὸ μᾶς νὰ τρο­φο­δο­τή­σει ἐ­κεί­νη τὴ φω­τι­ά, ἀλ­λὰ ἀ­φοῦ δρο­σι­στοῦ­με καὶ ἀ­πο­λαύ­σου­με τὴ φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Θε­οῦ, ἔτ­σι ὅ­λοι νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θοῦ­με ἀ­πὸ τὸ φορ­τί­ο τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μας μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Κυ­ρί­ου μᾶς Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Ἀ­μήν.

(Ἱ­ε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος)

πηγή: agios-stefanos


Discover more from Σημεία Καιρών

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε σύμφωνοι με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Διαβάστε περισσότερα

Discover more from Σημεία Καιρών

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading