
“Ενας ιερεύς καί ένας διάκονος πού ζούσαν στήν Κωνσταντίνούπολη έτρεφαν μεταξύ τους μεγάλη πνευματική άγάπη, άλλά άπό δαιμονική συνεργεία τόσο ψυχράνθηκαν μεταξύ τους, ώστε έμειναν άσυμφιλίωτοι μέχρι πού πέθανε ό ιερεύς.
Ό διάκονος τότε έλυπεΐτο άπαρηγόρητα διότι δέν έπρόφθασε νά διαλύση τήν έχθρα μέ τόν άδελφό του και έτρεξε νά τό έξομολογηθή σέ διακριτικούς πατέρας. Εκείνοι τοΰ ύπέδειξαν ένα άγιο άσκητή, ό όποιος τοΰ είπε τά εξής: «Όποιος ζητεί κάτι μέ πίστι θά τό εύρη καί όποιος κρούει πρόθυμα τήν θύρα θά τοΰ άνοιχθή, κατά τόν άψευδή λόγο τοΰ Κυρίου. Λοιπόν, πήγαινε τώρα στό σπίτι καί τήν νύκτα νά πάς στόν μεγάλο Ναό τής Αγίας Σοφίας. Όποιος έλθει πρώτος έκεΐ, χαιρέτησε τον έκ μέρους μου, δός του τό σφραγισμένο αύτό γράμμα μου καί θά λάβης έξάπαντος άπό εκείνον τήν διόρθωσι τοΰ σφάλματος σου».
Επήγε λοιπόν ό διάκονος τά μεσάνυκτα στόν Ναό καί στάθηκε έξω στόν νάρθηκα. Ήλθε λοιπόν ένας άνθρωπος, τόν όποιον χαιρέτισε ό διάκονος καί τοΰ έδωσε τό γράμμα τοΰ άσκητοΰ. Έκεΐνος τό έδιάβασε καί άρχισε νά κλαίη λέγοντας μέ ταπείνωσι: «Ποιός είμαι έγώ ό ελάχιστος γιά νά τολμήσω τέτοιο έργο; Όμως έλπίζω στίς εύχές έκείνου ό όποιος σέ έστειλε καί θά τολμήσω αύτό, άν καί είναι άνώτερο άπό τίς δυνάμεις μου».
Καθώς λοιπόν στεκόταν μπροστά στίς κλεισμένες πύλες τοΰ ναού, έκλινε τά γόνατα καί ύψωσε τά χέρια του καί τόν νοΰ του στόν ούρανό καί προσευχήθηκε σιωπηλά στόν Θεό.
Μετά άπό λίγο σηκώθηκε καί είπε: «Άνοιξε σέ έμάς τήν θύρα τοΰ ελέους Σου, Κύριε», καί ώ τού θαύματος, άνοιξαν μόνες τους οί πύλες καί μπήκαν μέ τόν διάκονο στόν χώρο τοΰ Νάρθηκος. Στεκόμε νοι μπροστά στίς άργυρές θύρες τοΰ Ναοΰ, έκανε τήν συνήθη προσευχή ό θαυμάσιος εκείνος άνθρωπος καί άνοιξαν μόνες τους. Μπήκε ό ίδιος μέσα στόν Ναό, ένώ τόν διάκονο άφησε στό Νάρθηκα, ό όποιος, είδε παράδοξο θέαμα. Άπό τήν σκεπή τού Ναού κατέβηκε μία φωτεινή λυχνία στήν κεφαλή αύτοΰ τοΰ άνδρός καί σ’ όλο τόν Ναό καί, όπου έκείνος έπήγαινε τόν άκολουθοΰσε ή φωτεινή αύτή άκτινοβολία. Όταν έφθασε στό Άγιο Βήμα, γονάτισε καί προσευχήθηκε. Μετά βγήκε έξω, όπου ήταν ό διάκονος, ό όποιος είχε έκπλαγεΐ βλέποντας τέτοια παράδοξα πράγματα καί δέν τολμούσε νά πλησιάση ένα τέτοιο άνθρωπο πού τό πρόσωπο του έλαμπε ώς τοΰ άγγέλου. Μάλιστα άναρωτοΰσε τόν έαυτό του: «Μήπως αύτός είναι άγγελος καί όχι άνθρωπος»; Αντιληφθείς μέ τό διορατικό του μάτι ό έπίγειος αύτός άγγελος τήν πάλη τών λογισμών του, τοΰ είπε: «Γιατί πολεμείσαι καί ταράζεσαι μέ τούς λογισμούς σου γιά μένα, άνθρωπέ μου»; Πίστεψε με, ότι καί έγώ είμαι θνητός άνθρωπος, άπό σώμα καί ψυχή, όπως όλοι οί άνθρωποι. Τό έπάγγελ μά μου είναι γραμματεύς σέ μία πλούσια οικογένεια καί άπ’ αύτό λαμβάνω τά άναγκαΐα γιά τήν ζωή μου’ άλλά ή θεία Πρόνοια πού κυβερνά τά πάντα τέλεια, συνηθίζει πολλές φορές καί μέ εύτελεΐς άνθρώπους νά επιτελή μεγάλα καί θαυμάσια πράγματα. Πλήν όμως, άδελφέ, άς πάμε γιά τήν ύπόθεσί σου πού ήλθαμε».
Πηγαίνοντες καί οί δύο στήν αγορά έφθασαν στόν έκεΐ Ναό τής Θεοτόκου τών Βλάχερνών. Προσευχήθηκε καί πάλι, άνοιξαν οί θύρες καί μπήκε μέσα, τόν δέ διάκονο άφησε νά στέκη στίς θύρες τοΰ Ναοΰ, λέγοντάς του νά βλέπη προσεκτικά έκείνους πού μπαίνουν στόν Ναό. Έκεΐνος στάθηκε γονατιστός στό μέσον τοΰ Ναοΰ προσευχόμενος μέ περισσότερη θερμότητα. Τότε κοιτάζοντας ό διάκονος άπό μακριά, είδε καθαρά ένα διάκονο πού έξήλθε άπό τό Ιερό Βήμα καί θυμιάτιζε τόν Ναό. Μετά άπό λίγο εΐδε μερικούς κληρικούς πού φορούσαν λαμπρές ιερατικές στολές καί μετά άπ’ αύτούς ένα άλλο τάγμα ιερέων πού στάθηκαν στούς δύο χορούς καί έψαλλαν ένα γλυκύτατο καί παναρμόνιο μέλος. Άπό τό μέλος αύτό άλλο λόγο δέν μπόρεσε νά καταλάβη ό διάκονος παρά μόνο τό «Αλληλούια».
Άφοΰ τελείωσε τήν προσευχή του ό άγιος αύτός άνθρωπος, ήλθε στόν διάκονο καί τοΰ λέγει: «Αδελφέ, έμπα άνεμπόδιστα στόν Ναό καί βλέποντας τούς ιερείς στόν άριστερό χορό, προσπάθησε νά γνωρίσης τόν ιερέα μέ τόν όποιον είσαι άσυμφιλίωτος». Τότε μπαίνοντας μέ φόβο μέσα στόν Ναό ό διάκονος καί βλέποντας στόν άριστερό χορό, όπως προστάχθηκε, ήλθε έξω καί είπε στόν άνθρωπο τοϋ Θεού: «Δέν μπόρεσα νά γνωρίσω έκεΐ τόν ιερέα μέ τόν όποιον είχα τήν έχθρα». Τότε τού λέγει ό άγιος άνθρωπος: «Έμπα πάλι στόν Ναό καί βλέπε τώρα στόν δεξιό χορό». Κάνοντας τήν έντολή του ό διάκονος, έγνώρισε τόν ζητούμενο ιερέα. Βγαίνοντας στόν Νάρθηκα τό ανήγγειλε στόν θείο άνδρα, ό όποιος τοϋ είπε: «Έάν τόν έγνώρισες καλά ότι αύτός είναι ό ζητούμενος άπό εσένα ιερεύς, πήγαινε νά τού ειπής ότι Νικήτας ό Χαρτουλάριος (γραμματεύς) στέκεται εξω καί σέ προσκαλεί». Έμπήκε μέσα λοιπόν ό διάκονος έπήρε άπό τό χέρι τόν ιερέα εκείνον καί τόν έφερε έξω. Τότε ό θαυμάσιος έκεΐνος μέ πραεΐα φωνή τοΰ είπε: «Κύριε Πρεσβύτερε, κάνε άγάπη μέ τόν άδελφό, έπειδή δέν πρόφθασες νά συμφιλιωθής μαζί του, όταν ήσουν άκόμη στήν ζωή». Τότε ό ιερεύς καί ό διάκονος έβαλαν ό ένας πρός τόν άλλο μετάνοια, άσπάσθηκαν μεταξύ τους καί έτσι διέλυσαν τήν έχθρα πού τούς έχώριζε. Κατόπιν ό μέν ιερεύς μπήκε πάλι στόν Ναό καί στάθηκε στόν τόπο του, ό δέ άνθρωπος τοΰ Θεοΰ Νικήτας επήρε τόν διάκονο καί βγήκαν έξω, ένώ οί πύλες τής εκκλησίας έκλειναν μόνες τους.
Άφοΰ περπάτησαν λίγο δρόμο μαζί, είπε ό άγιος στόν διάκονο: «Άδελφέ, άγωνίζου πάντοτε νά σώσης τήν ψυχή σου καί τόν άγιο Γέροντα πού σέ έστειλε σέ μένα τόν εύτελή νά τοΰ είπής ότι ή καθαρότης τών προσευχών του καί ή παρρησία του πρός τόν Θεό κατώρθω σαν νά άναστήσουν καί νεκρό γιά νά γίνη ή συνδιαλλαγή μαζί σου. Έγώ τίποτε δέν βοήθησα σ’ αύτό τό έργο».
Άφοΰ είπε αύτά ό τρισμακάριστος Νικήτας, έγινε άφαντος άπό τά μάτια τοΰ διακόνου, ό όποιος προσκύνησε τόν τόπο πού πατοΰσαν τά ιερά του πόδια καί μετέβη στόν άσκητή εκείνο καί τού φανέρωσε όλα αύτά.
από το βιβλίο: “ΨΥΧΩΦΕΛΕΙΣ ΟΠΤΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ” – Ὑπό μον. Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου (Εκδοσις Δ’ 2007)
Discover more from Σημεία Καιρών
Subscribe to get the latest posts sent to your email.
